• Επιθεώρηση Λογιστικού Δικαίου

ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΙΛΗΣ

   
 
Η ελληνική βιβλιογραφία για τη λογιστική δικαστική πραγματογνωμοσύνη είναι πτωχή. Δυστυχώς ο Λογιστής Φοροτεχνικός ως πραγματογνώμονας δυσκολεύεται στην πράξη της πραγματογνωμοσύνης από έλλειψη ευρύτερης γνώσης του νομικού πλαισίου της διενέργειάς της.
Με το άρθρο αυτό επιχειρώ την προσέγγιση του ευρύτερου νομικού πλαισίου της λογιστικής πραγματογνωμοσύνης και των καθηκόντων του πραγματογνώμονα

1. Εννοιολογικές προσεγγίσεις και αποσαφηνίσεις


1.1 Τι είναι η Λογιστική

Λογιστική είναι η Επιστήμη και η Τέχνη της καταχωρίσεως, ταξινομήσεως και συγκεφαλαιώσεως, κατά ορθολογικό και παραστατικό τρόπο των οικονομικών συναλλαγών και διερμηνεύσεως των αποτελεσμάτων που προκύπτουν από αυτές ώστε να πληροφορείται σωστά ο επιχειρηματίας και να βοηθείται στην λήψη ορθών αποφάσεων για την επιτυχή επιχειρηματική προσπάθειά του.
Η Λογιστική όμως δεν είναι μόνο κλάδος της οικονομικής επιστήμης, αλλά εκτός των άλλων έχει και διαπαιδαγωγικό και κοινωνικό χαρακτήρα. Ο διαπαιδαγωγικός χαρακτήρας της λογιστικής είναι σημαντικός, αφού εθίζει τους ανθρώπους στην τάξη και συμβάλλει έτσι στην καλυτέρευση των όρων της κοινωνικής συμβιώσεως. (Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό της Λογιστικής, Τότσης, έκδοση 1986).

1.2 Γιατί υπάρχει η Λογιστική

Κύριοι λόγοι ύπαρξης της λογιστικής:
  • Ο ιδιοκτήτης μίας οντότητας, μπορεί να σημειώνει τα οικονομικά γεγονότα, τρέχοντα και μελλοντικά, και να τηρεί σχετικές καταστάσεις οι οποίες θα του υπενθυμίζουν: Πότε έγινε μία είσπραξη, πότε αναμένεται μία άλλη είσπραξη, πότε πρέπει να γίνει μία πληρωμή, πότε πρέπει να γίνει μια νέα παραγγελία λόγω εξάντλησης του αποθέματος κ.λπ..
  • Η καταγραφή των συναλλαγών και της περιουσίας παρουσιάζει την εικόνα της επιχείρησης, τη δυναμικότητά της, την καθαρή της περιουσία και διευκολύνει τον προγραμματισμό της δράσης της.
  • Η καταγραφή των συναλλαγών διευκολύνει τη διαφάνεια όταν υπάρχουν συνεταίροι, υπάλληλοι ή εμπορικοί αντιπρόσωποι που αμείβονται με ποσοστό στα κέρδη. Είναι γνωστή η λαϊκή παροιμία ότι οι «καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους». Με τη λογιστική παρακολούθηση των συναλλαγών αποφεύγονται παρεξηγήσεις, διενέξεις και καταχρήσεις και εμπεδούται το αίσθημα της ηθικής τάξεως, το οποίο προάγει τις συναλλαγές και την συνεργασία των ανθρώπων.
  • Η τήρηση λογιστικής επιτρέπει την εξαγωγή του ποσού των κερδών ή των ζημιών. Αντίστοιχα, επιτρέπει τον προσδιορισμό των φορολογικών υποχρεώσεων της επιχείρησης.
  • Η παροχή πληροφοριών για τη χρηματοοικονομική κατάσταση μιας επιχείρησης έχει μεγάλη σημασία για πολλούς (μετόχους, τράπεζες, πελάτες, προμηθευτές, εργαζόμενους, εποπτικές αρχές κ.α.), που μπορούν να τις χρησιμοποιήσουν ως βάση λήψεως αποφάσεων.
  • Η έγκαιρη διάγνωση των επιχειρηματικών δυσκολιών και των αιτιών τους, καθώς και το είδος των μέτρων διάσωσης που είναι κατάλληλα σε κάθε περίπτωση. (βλ. Το Δίκαιο της Λογιστικής, Περάκης-Σωτηρόπουλος-Λιβαδά-Δρίτσας, Νομική Βιβλιοθήκη 2017, σελ.6).

1.3 Το δίκαιο της Λογιστικής

Λογιστικό Δίκαιο νοείται το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν τη λογιστική τάξη του εμπόρου. Έχει ως αντικείμενο τους νομικούς κανόνες με βάση τους οποίους πρέπει να γίνεται η καταγραφή, ο υπολογισμός της αξίας, η ταξινόμηση, η επεξεργασία και τελικά η εμφάνιση στα βιβλία και στις καταστάσεις μίας οντότητας των περιουσιακών της στοιχείων και των υποχρεώσεών της, των δοσοληψιών με τρίτους με μια ορισμένη μέθοδο.

1.4 Τι είναι η πραγματογνωμοσύνη

Όταν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος, συντάσσεται πραγματογνωμοσύνη. Επί δικαστικών υποθέσεων που τυχόν άπτονται λογιστικών στοιχείων και σύμφωνα με το άρθρο 368 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. «2. Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.».

1.5 Ποιος είναι ο πραγματογνώμονας

Πραγματογνώμονας, θεωρείται το πρόσωπο (άνδρας ή γυναίκα), το οποίο λόγω των ειδικών γνώσεων τους σε ορισμένη επιστήμη ή τέχνη καλείται είτε προς ακριβή διάγνωση συγκεκριμένου γεγονότος είτε για να εκφέρει γνώμη ή κρίση αναφορικά με ορισμένη κατάσταση προσώπων ή πραγμάτων ή με τους όρους υπό τους οποίους τελέσθηκε ή μπορούσε να τελεσθεί ένα γεγονός.

1.6 Διαφορά πραγματογνώμονα και εμπειρογνώμονα

Εμπειρογνώμονας είναι το πρόσωπο, που μπορεί να εκφέρει γνώμη επί ορισμένου ζητήματος λόγω ειδικών γνώσεων εκ πείρας, ενώ πραγματογνώμονας είναι ο ειδικός, ο οποίος κατόπιν εντολής, διενεργεί πραγματογνωμοσύνη, δηλαδή εξέταση περί ζητημάτων ή καταστάσεων, για τα οποία απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

2. Η διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης

Ο σκοπός της λογιστικής πραγματογνωμοσύνης στην ποινική δίκη
Η πραγματογνωμοσύνη θεωρείται ότι είναι ένα από τα σπουδαιότερα αποδεικτικά μέσα, διότι επικουρεί τον δικάζοντα δικαστή αποτελεσματικότερα στην εκφορά της δικαστικής του κρίσης.
Η λογιστική πραγματογνωμοσύνη έχει ως σκοπό να αναλύσει και να επεξηγήσει οικονομικές πράξεις και γεγονότα, με βάση τους κανόνες της επιστήμης της Λογιστικής και να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα που υποβάλλουν οι αρχές που διατάσσουν αυτήν.
Επομένως, ο σκοπός της πραγματογνωμοσύνης είναι πρώτον να εξετασθεί το αντικείμενό της από τον πραγματογνώμονα, ο οποίος θα συντάξει αιτιολογημένο συμπέρασμα (πόρισμα ή γνωμοδότηση) και δεύτερον ο αρμόδιος λειτουργός που διέταξε την πραγματογνωμοσύνη μετά την έκδοση του συμπεράσματος του πραγματογνώμονα να κατανοήσει το αντικείμενο της απόδειξης.
Επισημαίνουμε, ότι όπως εύστοχα έχει σημειωθεί ο πραγματογνώμονας είναι βοηθός του δικαστή, επειδή επικουρεί τον δικαστή στην ορθή εκτίμηση του πραγματικού υλικού.
Βεβαίως, το συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης δεν παράγει δικαστική υποχρεωτικότητα ή αλλιώς δεν δεσμεύει τον δικαστή. Ισχύει δηλαδή το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης με την έννοια ότι ο αρμόδιος δικαστικός λειτουργός δεν μπορεί να αγνοήσει την έκθεση που έχει συνταχθεί και να την απορρίψει άνευ ετέρου. Ελεύθερη εκτίμηση σημαίνει λογική έρευνα και συνδυασμός των στοιχείων. (Χ. Δημόπουλου, Η Πραγματογνωμοσύνη, Νομική Βιβλιοθήκη 2017).
Σύμφωνα με το άρθρο 380 του ΚΠολΔ σχετικά με τις εξουσίες των πραγματογνωμόνων, ορίζεται ότι «Οι πραγματογνώμονες μπορούν να λάβουν γνώση των στοιχείων της δικογραφίας που είναι χρήσιμα για τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης. Το δικαστήριο του άρθρου 379 ή ο δικαστής μπορούν να επιτρέψουν στους πραγματογνώμονες να ζητήσουν, πριν συντάξουν τη γνωμοδότησή τους, διευκρινίσεις από τους διαδίκους, ή πληροφορίες από τρίτους, ή να καταρτίσουν σχέδια ή ιχνογραφήματα, να πάρουν φωτογραφίες ή άλλες απεικονίσεις ή να κάνουν επιτόπια εφαρμογή τίτλων ή τεχνικές ενέργειες ή να εξετάσουν έγγραφα ή βιβλία εμπόρων ή επαγγελματιών».

3. Έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης

Ο πραγματογνώμονας όταν ολοκληρώσει την πραγματογνωμοσύνη οφείλει να συντάξει έκθεση πραγματογνωμοσύνης και να την παραδώσει στον λειτουργό που τον διόρισε. Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης πρέπει να είναι γραπτή και αιτιολογημένη. Η σύνταξη και έκδοση έγγραφης πραγματογνωμοσύνης συνιστά σύνταξη και έκδοση δημοσίου εγγράφου. Η κρίση, την οποία εκφέρει ο πραγματογνώμονας οφείλει να είναι ορθή και επιστημονικά τεκμηριωμένη.
Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης πρέπει να περιέχει:
Το ονοματεπώνυμο και την επαγγελματική ιδιότητα του πραγματογνώμονα, το ονοματεπώνυμο του δικαστικού λειτουργού που διόρισε τον πραγματογνώμονα, τον αριθμό της παραγγελίας με την οποία διενεργήθηκε η πραγματογνωμοσύνη, τον χρόνο διεξαγωγής της, τα ερωτήματα που τέθηκαν στον πραγματογνώμονα προς επίλυση και επί των οποίων διενεργήθηκε η πραγματογνωμοσύνη.
Ο πραγματογνώμονας, οφείλει να δώσει αιτιολογημένες απαντήσεις με σαφήνεια και επάρκεια, ώστε να γίνει απολύτως κατανοητή η έκθεσή από τα πρόσωπα εκείνα που δεν είναι πεπειραμένα σε χρήση τεχνικών όρων.
O πραγματογνώμονας λογιστής φοροτεχνικός, οφείλει να επιδεικνύει κατά την εκτέλεση του έργου της πραγματογνωμοσύνης την προσήκουσα επιμέλεια, αντικειμενικότητα, ειλικρίνεια, και αμεροληψία.
Από την εμπειρία μου κατά τη διενέργεια λογιστικών πραγματογνωμοσυνών σε σοβαρά οικονομικά εγκλήματα (υπεξαίρεση, απιστία, απάτη) το κρίσιμο θέμα που αναδεικνύεται κάθε φορά σχετικά με την ορθότητα ή μη της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης είναι η εκφορά γνώμης ή κρίσης εκ μέρους του πραγματογνώμονα.
Δηλαδή, συνήθως από την πλευρά των κατηγορουμένων διατυπώνεται η αμφισβήτηση του δικαιώματος ή της υποχρέωσης του πραγματογνώμονα να αναφέρει τη διάπραξη αδικήματος που διαπιστώνει κατά την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης.
Υποστηρίζεται από αρκετούς ότι ο πραγματογνώμονας λογιστής-φοροτεχνικός δεν πρέπει να αποφαίνεται εάν διαπράχθηκε κάποιο ποινικό αδίκημα, διότι δεν διαθέτει το επιστημονικό νομικό υπόβαθρο και επιπλέον αυτό είναι έργο του δικαστικού λειτουργού.
Η πράξη όμως έχει απαντήσει και σε αυτά τα ερωτήματα:
Σε υπόθεση που διορίσθηκα πραγματογνώμονας έλαβα την εντολή «να διακριβώσω εάν διαπιστώνεται απάτη σε βάρος του Δημοσίου».
Σε άλλη υπόθεση που διορίσθηκα πραγματογνώμονας, για μεταφορά χρημάτων από έναν τραπεζικό λογαριασμό σε έναν άλλο τραπεζικό λογαριασμό δεν εκδόθηκε από τη διαχείριση γραμμάτιο είσπραξης για την «ανάληψη» του ποσού από τον έναν λογαριασμό αλλά εκδόθηκε ένταλμα πληρωμής μετρητών για την «κατάθεση» στον άλλο τραπεζικό λογαριασμό. Προφανώς εδώ υποκρύπτεται το έγκλημα της υπεξαίρεσης. Ο πρώτος πραγματογνώμονας γνωμοδότησε ότι εκ παραδρομής δεν εκδόθηκε γραμμάτιο εισπράξεως. Ο δεύτερος πραγματογνώμονας υπέδειξε το έγκλημα της υπεξαίρεσης.
Κατά την γνώμη μου, υποχρεούται ο πραγματογνώμονας λογιστής να αποκαλύπτει και να υποδεικνύει τα οικονομικά εγκλήματα κατά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης αναφερόμενος σε πράξεις και ο δικαστικός λειτουργός κατά την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης θα καταλήξει τόσο ως προς την τέλεση των εγκλημάτων όσο και στην προσωποποίηση των κατηγοριών.
Εξάλλου ο πραγματογνώμονας είναι «βοηθός» του δικαστικού λειτουργού. Ο δικαστικός λειτουργός απευθύνει τα ερωτήματα προς τον πραγματογνώμονα και εκείνος δίδει τις απαντήσεις προς τον δικαστικό λειτουργό προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση. Ο Λογιστής Φοροτεχνικός στη χώρα μας που είναι πτυχιούχος Οικονομικού Πανεπιστημίου δεν είναι μόνο Επιστήμονας, αλλά ως επιστήμονας λογιστής είναι και εφαρμοστής του λογιστικού δικαίου (Ε.Λ.Π.-Κ.Φ.Ε.-Κ.Φ.Δ.-Εμπορικός Νόμος και Εταιρικό Δίκαιο-Εργατική & Ασφαλιστική Νομοθεσία) και διαθέτει το υπόβαθρο ώστε να ανταποκριθεί με επάρκεια στο έργο της πραγματογνωμοσύνης.

Είναι αναγκαίο, όμως, το Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδας στο ετήσιο πρόγραμμα επιμόρφωσης των λογιστών-φοροτεχνικών να συμπεριλάβει ειδική επιμόρφωση για τα καθήκοντα του πραγματογνώμονα λογιστή ώστε αυτός να έχει πλήρη επάρκεια για την εκτέλεση ανάλογου έργου.
Το άρθρο του κ. Δημήτρη Φίλη δημοσιεύθηκε στο τεύχος Οκτωβρίου 2019 του περιοδικού Epsilon7.

Ποιο είναι το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών;

Από 1.1.2017, βάσει του Ν. 4387/2016 (ΔΕΝ 2016 σελ. 578 επ.) και των εγκυκλίων 34/16 ΙΚΑ και Φ.80000/40108/16 του Υπ. Εργασίας (ΔΕΝ 2016 σελ. 1254), είναι 5.860,80 ευρώ κατά μήνα, τόσο για παλαιούς όσο και νέους ασφαλισμένους.

Από 1.1.2013 μέχρι της δημοσιεύσεως του Ν. 4387/16, και κατά τις ανωτέρω εγκυκλίους μέχρι 31.12.2016, είναι 5.543,55 ευρώ, τόσο για τους παλαιούς όσο και για τους νέους ασφαλισμένους.

Μέχρι 31.12.2012 το ποσόν αυτό ήταν για μεν τους παλαιούς (μέχρι 31.12.92) ασφαλισμένους 2.432,25 ευρώ, ενώ για τους νέους (μετά την 1.1.93) ασφαλισμένους 5.543,55 ευρώ, όπως τα ποσά αυτά είχαν διαμορφωθή από 1.10.2008 και εφεξής

.Η εξομοίωση παλαιών και νέων ασφαλισμένων ως προς το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών, επήλθε κατ’ επιταγήν της ΥΠΟΠ. ΙΑ.6 του Ν.4093/12 (ΔΕΝ 2012 σελ. 1393 επ.). Σχετικές οι εγκύκλιοι Φ.80000/24047/12 της Γεν. Γραμματείας Κοιν. Ασφαλίσεων του Υπ. Εργασίας (ΔΕΝ 2012 σελ.1561) και 13/1.3.2013 του ΙΚΑ (ΔΕΝ 2013 σελ.337).

Χιόνι, χιόνι... Πώς αντιμετωπίζεται από την Εργατική Νομοθεσία;

Α. Οι Χιονοπτώσεις, όταν είναι ασυνήθους μορφής και εντάσεως, μπορεί να θεωρηθούν ως γεγονός ανωτέρας βίας, γεγονός δηλαδή του οποίου οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να προβλεφθούν και να αποτραπούν ακόμη και δια μέτρων άκρας επιμελείας και συνέσεως. Συνεπώς, για τον εργοδότη ο οποίος εξ αιτίας των χιονοπτώσεων δεν καθίσταται δυνατόν να θέση σε λειτουργία την επιχείρησή του και να αποδεχθή τις τυχόν προσφερόμενες υπηρεσίες των μισθωτών του, οι χιονοπτώσεις μπορεί να θεωρηθούν ως γεγονός ανωτέρας βίας, που κατά το άρθρο 656 του ΑΚ τον απαλλάσσει της υποχρεώσεως προς καταβολήν των αποδοχών.

Β. Η, λόγω ασυνήθους μορφής και εντάσεως χιονοπτώσεως, αδυναμία των εργαζομένων να προσέλθουν στην εργοδοτική επιχείρηση η οποία ελειτούργησε, και να προσφέρουν την εργασία τους, αποτελεί για τούς μισθωτούς σπουδαίο λόγο, μη οφειλόμενο σε υπαιτιότητά τους (ΑΚ 657), ο οποίος τούς παρέχει το δικαίωμα να ζητήσουν τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο λόγω της χιονοπτώσεως ήταν αδύνατη η παροχή της εργασίας τους (βλ. και ΔΕΝ 2014, τεύχος 1653 σελ. 1105).

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΑΠΟΣΒΕΣΗΣ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΔΧ ΚΤΕΛ


του Δημητρίου Φίλη
Λογιστή-Φοροτεχνικού
Διευθυντή ΚΤΕΛ Ιωαννίνων

Η διοικητική λύση την οποία υιοθετεί το έγγραφο ΔΕΑΦ Β 1074804 ΕΞ 2016 του Υπουργείου Οικονομικών σχετικά με το συντελεστή απόσβεσης του λεωφορείου ΔΧ είναι εσφαλμένη. 

1. Το άρθρο 24 του ν. 4172/2013 που ισχύει από 1.1.2014 ορίζει ότι οι συντελεστές απόσβεσης των μέσων μεταφοράς είναι δύο, 5% για τα Μέσα μαζικής μεταφοράς, περιλαμβανομένων αεροσκαφών, σιδηροδρομικών συρμών, πλοίων και σκαφών και 16% για τα μέσα μεταφοράς ατόμων. 

Με την εγκύκλιο διαταγή ΠΟΛ 1073/31.3.2015 §5β έγινε δεκτό ότι: 

« Οι παραπάνω κατηγορίες παγίων που αποσβένονται με τον αντίστοιχο συντελεστή είναι γενικές και ο νομοθέτης, σε αντίθεση με παλαιότερες διατάξεις, δεν υιοθέτησε την αναλυτική ούτε την ειδική κατηγοριοποίηση των παγίων. Κατόπιν αυτού, η ένταξη σε κατηγορία συγκεκριμένου πάγιου περιουσιακού στοιχείου γίνεται από την ίδια την επιχείρηση που το χρησιμοποιεί με βάση τη χρήση, το σκοπό και τα ειδικά χαρακτηριστικά του. 

Εάν κάποιο πάγιο, παρά τα παραπάνω, δεν μπορεί να ενταχθεί σε μια από τις κατηγορίες του πιο πάνω πίνακα, ο συντελεστής απόσβεσης αυτού θα είναι εκείνος των «λοιπών πάγιων στοιχείων» δηλαδή δέκα τοις εκατό (10%) και όχι εκείνος που τυχόν προκύπτει από την ωφέλιμη διάρκεια ζωής του παγίου αυτού». 

2. Το άρθρο 3 παρ. 22 του ν. 4110/2013 που ίσχυσε το έτος 2013 προέβλεπε συντελεστή απόσβεσης 5% για τα μέσα μεταφοράς για τους τομείς Υπεραστικές σιδηροδρομικές μεταφορές επιβατών, Σιδηροδρομικές μεταφορές εμπορευμάτων, Πλωτές μεταφορές, Αεροπορικές μεταφορές- Για τρένα, πλοία και πλωτά μέσα και αεροσκάφη. 

3. Με βάση τα ανωτέρω τίθεται το ερώτημα: Ποιος ο συντελεστής απόσβεσης του λεωφορείου ενταγμένου σε ΚΤΕΛ ΑΕ.;

5% δεν είναι σε καμία περίπτωση, διότι σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται τα αεροσκάφη, τα τρένα και τα πλοία.

Εάν ο νομοθέτης ήθελε στα μέσα μαζικής μεταφοράς και τα λεωφορεία τότε θα έγραφε στο άρθρο 24 την φράση « μέσα μαζικής μεταφοράς συμπεριλαμβανομένων των αεροσκαφών κλπ ή μέσα μαζικής μεταφοράς περιλαμβανομένων και των αεροσκαφών κλπ».

Δηλαδή και από την γραμματική ερμηνεία της διάταξης προκύπτει ότι δεν πρόκειται για ενδεικτική απαρίθμηση των μέσων μεταφοράς αλλά για συγκεκριμένη απαρίθμηση μέσων μεταφοράς ακριβώς ίδια απαρίθμηση με την προϊσχύσασα διάταξη του ν. 4110/2013

Άρα απομένει από τον πίνακα του άρθρου 24 του ν. 4172/2013 ο συντελεστής 16% των μέσων μεταφοράς ατόμων που προσιδιάζει στο λεωφορείο ΚΤΕΛ.

Άλλωστε σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν τα τουριστικά πούλμαν και τα λεωφορεία μεταφοράς μαθητών, έργο των οποίων εκτελούν, υπό προϋποθέσεις, βάσει της κείμενης νομοθεσίας και τα λεωφορεία των ΚΤΕΛ. 

4. Με βάση την νομοθεσία του Υπουργείου Μεταφορών, ν. 2963/2001 και τις εκδοθείσες σε εκτέλεση αυτού υπουργικές αποφάσεις πράγματι ένα λεωφορείο του ΚΤΕΛ έχει «ζωή» έως 27 ετών.

Ο νομοθέτης όμως προέβλεψε ότι τα λεωφορεία ηλικίας έως 11 ετών λαμβάνουν μεγαλύτερη αποζημίωση από τα λεωφορεία άνω των 11 ετών.

Δηλαδή το Υπουργείο Μεταφορών έδωσε ισχυρό κίνητρο να αλλάζουν τα λεωφορεία οι ιδιοκτήτες τους στα 12 έτη, ώστε ο στόλος να είναι πάντοτε τελευταίας τεχνολογίας και άρα και ο συντελεστής απόσβεσης που θα επιλέξει η επιχείρηση θα πρέπει να συμβαδίζει με αυτή την προοπτική.

www.forin.gr

Η ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΑΜΟΙΒΩΝ ΤΩΝ ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΟΔΗΓΏΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΔΧ

Με το άρθρο 22 του ν. 4172/2013 που ισχύει από 1.1.2014, τέθηκε ο γενικός κανόνας ότι καταρχήν εκπίπτουν όλες οι δαπάνες που πραγματοποιούνται προς το συμφέρον της επιχείρησης και εφόσον αντιστοιχούν σε πραγματική συναλλαγή και εγγράφονται στα βιβλία ενώ συγχρόνως δεν περιλαμβάνονται στον  περιοριστικό κατάλογο των δαπανών του άρθρου 23.
Συνεπώς, η αμοιβή που λαμβάνει ο συνιδιοκτήτης οδηγός υπεραστικού ή αστικού λεωφορείου «ενταγμένου» σε ΚΤΕΛ ΑΕ ή ΚΤΕΛ από την κοινωνία των συνιδιοκτητών, η οποία εκμεταλλεύεται το λεωφορείο είναι επιχειρηματική δαπάνη και εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα.
        Η νομολογία, άλλωστε,  θεωρεί ότι γεννάται  θέμα εξαρτημένης σχέσης εργασίας αν μεταξύ των συνιδιοκτητών ο ένας εξ’ αυτών αναλάβει την οδήγηση του οχήματος κατόπιν ειδικής συμφωνίας μετά των λοιπών κοινωνών του δικαιώματος (συνιδιοκτητών). Η συμφωνία αυτή δέον να είναι σαφής, ρητή και αδιαμφισβήτητη χωρίς τούτο να συνάγεται εκ μόνο του απλού γεγονότος της οδήγησης του λεωφορείου από έναν συνιδιοκτήτη (Α.Π. 224/67, 1024/90, Εφ. Πατρών 945/87Π.ΑΘ. 5630/59).
Ως εκ τούτου, η αμοιβή του οδηγού συνιδιοκτήτη θεωρείται αμοιβή από μισθωτές υπηρεσίες.
Σε ποιόν, όμως, οργανισμό ασφαλίζεται ο συνιδιοκτήτης οδηγός;
Το ΙΚΑ, έχει δεχθεί ότι οι οδηγοί συνιδιοκτήτες που εργάζονται ως οδηγοί είτε στα λεωφορεία τους είτε σε λεωφορεία τρίτων δεν ασφαλίζονται σε αυτό (Έγγραφο ΙΚΑ Τ/475/32/7-10-2003) αλλά καλύπτονται από την ασφάλισή τους στον ΟΑΕΕ.
Περαιτέρω με την εγκύκλιο Υπ. Οικ.: ΔΕΑΦΑ 1064780/11.05.2015, έγινε δεκτό ότι οι αμοιβές μελών και διαχειριστών ΕΠΕ, καθώς και οι αμοιβές εκπροσώπων και εταίρων ΟΕ και ΕΕ (σ.σ. καθώς και των κοινωνιών λεωφορείων ΔΧ) για τις υπηρεσίες που παρέχουν με βάση την ιδιότητά τους αυτή προς τις υπόψη εταιρίες, εξομοιώνονται με τις αμοιβές διευθυντών ή μελών Δ.Σ. εταιρίας ή κάθε άλλου νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας. Κατά συνέπεια, αυτές χαρακτηρίζονται ως εισόδημα από μισθωτή εργασία και φορολογούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4172/2013.
Υπενθυμίζεται ότι με τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 60 του ν. 4172/2013 ορίζεται ότι το μηνιαίο εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις, και των εφάπαξ παροχών, υπόκειται σε παρακράτηση φόρου με βάση την κλίμακα της παρ. 1 του άρθρου 15 και του άρθρου 16 μετά από προηγούμενη αναγωγή σε ετήσιο. Ο φόρος που παρακρατείται σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων μειώνεται κατά ποσοστό ενάμισι τοις εκατό (1,5%) κατά την παρακράτησή του.
Οι καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων οι οποίες επιβάλλονται με νόμο και τις οποίες καταβάλλουν οι εταίροι και οι διαχειριστές ΕΠΕ, ΟΕ και ΕΕ (σ.σ. καθώς και των κοινωνιών λεωφορείων ΔΧ) στον ασφαλιστικό φορέα για την ασφάλισή τους ως εταίροι, διαχειριστές ΕΠΕ, ΟΕ και ΕΕ (σ.σ. ή κοινωνιών) και μόνο για αυτή την αιτία, εμπίπτουν στην περ. δ' παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4172/2013, εφ' όσον αφορούν στο εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις και συνεπώς εξαιρούνται της φορολογίας εισοδήματος.( Υπ. Οικ.: ΔΕΑΦΑ 1064780/11.05.2015).
 Τέλος, επισημαίνεται ότι ο ιδιοκτήτης λεωφορείου (ατομική επιχείρηση) δεν μπορεί να λάβει μισθό και το δικαίωμα του ως προς την αμοιβή περιορίζεται στο μέρισμα που λαμβάνει από την εκμετάλλευση του λεωφορείου που είναι ενταγμένο στο ΚΤΕΛ. (έγγραφο 45584/4433/1990 Υπουργείου Μεταφορών)
 Γενικότερα, το Υπουργείο Οικονομικών, έχει δεχθεί ότι δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα οι μισθοί του επιχειρηματία. (εγκύκλιος 129/1955).

Η ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ Δ.Χ.

1.   Εισαγωγικές παρατηρήσεις
 
Οι διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.2579/1998, όπως ισχύουν σήμερα, ρυθμίζουν την φορολογία της μεταβίβασης των Δ.Χ. λεωφορείων αστικών και υπεραστικών ενταγμένων σε ΚΤΕΛ ή στον ΟΑΣΘ, των τουριστικών λεωφορείων καθώς και των επιβατικών Δ.Χ. αυτοκινήτων ΤΑΧΙ.
Οι διατάξεις αυτές, λειτουργούν παράλληλα και αυτόνομα προς τις γενικές φορολογικές διατάξεις και έχουν περιορισμένη χρονική διάρκεια εφαρμογής, δηλαδή μέχρι 31.12.2016 (ν. 4313/2014).
Αφορούν την μεταβίβαση από επαχθή αιτία των αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης και κατά συνέπεια στην περίπτωση δωρεών ή κληρονομιών εξακολουθούν και εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις και όχι οι διατάξεις αυτού του άρθρου.
Σε κάθε μεταβίβαση αυτοκινήτων ΔΧ από επαχθή αιτία όταν γίνεται μαζί με την άδεια κυκλοφορίας τους επιβάλλεται, αφενός μεν εφάπαξ ποσό φόρου για την μεταβιβαζόμενη άδεια κυκλοφορίας (§1 αυτού του άρθρου), αφετέρου δε εφάπαξ ποσό φόρου για το μεταβιβαζόμενο όχημα ως εμπόρευμα (§ 2 αυτού του άρθρου).
Επίσης, κατά τη μεταβίβαση από επαχθή αιτία μόνο του αυτοκινήτου οχήματος ως εμπορεύματος πάγιου στοιχείου χωρίς την άδεια κυκλοφορίας, επιβάλλεται εφάπαξ το ποσό φόρου της § 2.
Στις περιπτώσεις που επιβάλλεται ο φόρος αυτού του άρθρου προβλέπεται, από τις §§ 6 και 7, παράλληλη απαλλαγή των πωλητών από το φόρο ή την εισφορά που επιβάλλεται με βάση τις ισχύουσες διατάξεις στο κέρδος (υπεραξία) που προκύπτει από τη μεταβίβαση τόσο της άδειας των αυτοκινήτων αυτών, όσο και από τη μεταβίβαση ως εμπορεύματος του οχήματος (που αποτελεί πάγιο στοιχείο για τους ιδιοκτήτες του) των υπόψη αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης (ΠΟΛ 1113/1998).
Επισημαίνεται ότι η απαλλαγή αυτή αφορά μόνο φόρο εισοδήματος, ενώ ως προς την εισφορά αφορά μόνο την εισφορά που έχει επιβληθεί με παράλληλη απαλλαγή του φόρου εισοδήματος (όπως συμβαίνει με την εισφορά του άρθρου 28 του Ν.2119/1952 σε συνδυασμό με την § 2 του άρθρου 2 του Ν.Δ.3629/1956, που αναφέρεται σε ειδική εισφορά προς το Δημόσιο στην περίπτωση μεταβίβασης λεωφορείου ενταγμένου στο ΚΤΕΛ, για τη μεταβίβαση της άδειας του λεωφορείου και δεν αφορά οποιαδήποτε άλλη εισφορά∙ π.χ. δεν αφορά την εισφορά υπέρ του ΤΣΑ, ούτε οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση∙ π.χ. τέλος χαρτοσήμου*.
 
   *Η μεταβίβαση της άδειας μεταφορικού μέσου δημόσιας χρήσης, με ή χωρίς τη μεταβίβαση και του ίδιου του μεταφορικού μέσου, εφ’ όσον η μεταβίβαση γίνεται από επαχθή αιτία, δηλαδή με αντάλλαγμα και ο αποκτών δια αυτής δύναται να ενεργήσει δημόσια μεταφορά προσώπων, δεν υπόκειται σε ΦΠΑ αλλά υποχρεωτικά υπάγεται σε αναλογικό τέλος χαρτοσήμου 2% πλέον εισφορά 20% υπέρ ΟΓΑ. (ΠΟΛ 1103/1990).
 
 
2.   Οι διατάξεις του φόρου μεταβίβασης
Ειδικότερα, σε κάθε μεταβίβαση από επαχθή αιτία αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης, επιβάλλεται εφάπαξ ποσό φόρου για τη μεταβιβαζόμενη άδεια κυκλοφορίας ως ακολούθως:
§1. Σε κάθε μεταβίβαση από επαχθή αιτία αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης με την άδεια κυκλοφορίας του, περιλαμβανομένης και της ανταλλαγής του, πριν από τη μεταβίβαση αυτή, καταβάλλεται εφάπαξ πάγιο ποσό φόρου για τη μεταβίβαση της άδειας κυκλοφορίας, ως εξής:
β) Για επιβατικό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης (ΤΑΧΙ), κατά την πρώτη μεταβίβαση, ποσό τρείς χιλιάδες σαράντα ένα ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτά (3.041,75). Για καθεμιά από τις μετέπειτα από αυτή μεταβιβάσεις, ποσό χίλια τριακόσια πενήντα ένα ευρώ και είκοσι πέντε λεπτά (1.351,25). Τα ποσά αυτά μειώνονται κατά ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) εφόσον το αυτοκίνητο έχει ως έδρα δήμο ή κοινότητα με πληθυσμό κάτω από εκατό χιλιάδες (100.000) κατοίκους και κατά ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) εφόσον το αυτοκίνητο έχει ως έδρα δήμο ή κοινότητα με πληθυσμό κάτω από πέντε χιλιάδες (5.000) κατοίκους. Ως πρώτη μεταβίβαση, για την εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης αυτής, θεωρείται η μεταβίβαση που έγινε μετά την 1.1.1997.
γ) Για τουριστικό λεωφορείο δημόσιας χρήσης, ποσό τριακόσια τριάντα εννέα ευρώ και είκοσι πέντε λεπτά (339,25).
δ) Για λεωφορείο δημόσιας χρήσης, που ανήκει σε φυσικό πρόσωπο ή σε επιχείρηση οποιασδήποτε νομικής μορφής ή σε κοινοπραξία ή σε κοινωνία, που είναι ενταγμένο σε Κ.Τ.Ε.Λ. και εκτελεί μεταφορές με κόμιστρο, σε:
αα) Υπεραστικές επιβατικές γραμμές, αναλόγως του ύψους του μερίσματος που διανεμήθηκε για το μεταβιβαζόμενο λεωφορείο στο προηγούμενο έτος από τη μεταβίβαση, ποσό δύο χιλιάδες είκοσι εννέα και εβδομήντα πέντε (2.029,75) ευρώ,  εφόσον το υπόψη μέρισμα δεν ήταν μεγαλύτερο από είκοσι εννέα χιλιάδες τριακόσια πενήντα (29.350) ευρώ, ποσό τρείς χιλιάδες τριακόσια εβδομήντα πέντε ευρώ και είκοσι πέντε λεπτά (3.375,25), εφόσον το υπόψη μέρισμα ήταν πάνω από είκοσι εννέα χιλιάδες τριακόσια πενήντα (29.350) ευρώ  και μέχρι σαράντα τέσσερις χιλιάδες είκοσι πέντε (44.025) ευρώ και ποσό πέντε χιλιάδες εξήντα (5.060,00) ευρώ, εφόσον το υπόψη μέρισμα υπερέβαινε τα σαράντα τέσσερις χιλιάδες είκοσι πέντε (44.025) ευρώ.
ββ) Αστικές επιβατικές γραμμές, ποσό χίλια εξακόσια ενενήντα ευρώ και πενήντα λεπτά  (1.690,50).
ε) Για λεωφορείο δημόσιας χρήσης που ανήκει στον Οργανισμό Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης (Ο.Α.Σ.Θ.), ποσό 3.374,91 €.*
* Τα ποσά του φόρου παρατίθενται όπως διαμορφώθηκαν με το άρθρο 8 § 13 του ν. 3842/2010.
Κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της παραγράφου, για κάθε μεταβίβαση ποσοστού δικαιώματος συνιδιοκτησίας, το αντίστοιχο ποσό φόρου επιμερίζεται ανάλογα.
 
Επίσης, σε κάθε μεταβίβαση του οχήματος αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης είτε μαζί με την άδεια, είτε χωρίς την άδεια κυκλοφορίας του (δηλαδή στην περίπτωση που κάποιο αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης αποχαρακτηρίζεται και πωλείται μόνο το αυτοκίνητο όχημα ως εμπόρευμα) καταβάλλεται εφάπαξ φόρος για τη μεταβίβαση του παγίου αυτού στοιχείου ως εξής:
§2. Σε κάθε μεταβίβαση του οχήματος αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης από επαχθή αιτία, περιλαμβανομένης και της ανταλλαγής του, πριν από τη μεταβίβαση αυτή, καταβάλλεται εφάπαξ πάγιο ποσό φόρου για τη μεταβίβαση του πάγιου αυτού στοιχείου και ως εξής:
β) Για επιβατικό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης, ποσό τριακόσια τριάντα εννέα ευρώ και είκοσι πέντε λεπτά (339,25).
γ) Για τουριστικό λεωφορείο δημόσιας χρήσης, αναλόγως του αριθμού των θέσεων καθήμενων επιβατών του οχήματος και των ετών κυκλοφορίας του στην Ελλάδα ως εξής:
ΕΤΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
ΘΕΣΕΙΣ
ΠΟΣΑ ΦΟΡΟΥ ΣΕ ΕΥΡΩ
6
25
404,80
6
26-38
471,50
6
39-52
607,20
6
53+
673,90
6-13
25
556,60
6-13
26-38
1.113,20
6-13
39-52
1.889,45
6-13
53+
2.193,05
13-20
25
370,30
13-20
26-38
741,75
13-20
39-52
1.416,80
13-20
53+
1.687,05
20+
25
235,75
20+
26-38
506,00
20+
39-52
708,40
20+
53+
944,15
 δ) Για λεωφορείο δημόσιας χρήσης, που είναι ενταγμένο σε Κ.Τ.Ε.Λ. ή ανήκει σε επιχείρηση με οποιαδήποτε νομική μορφή ή κοινοπραξία ή κοινωνία, το οποίο εκτελεί ή εκτελούσε μεταφορές σε αστικές ή υπεραστικές επιβατικές γραμμές, ποσό χίλια τριακόσια πενήντα ένα ευρώ και είκοσι πέντε λεπτά (1.351,25). Στην περίπτωση που από το έτος της πρώτης κυκλοφορίας του λεωφορείου στην Ελλάδα έχουν παρέλθει πάνω από δέκα έτη, ως πρώτου έτους λαμβανομένου του έτους της πρώτης κυκλοφορίας του στην Ελλάδα, το πιο πάνω ποσό μειώνεται στα εξακόσια εβδομήντα οκτώ ευρώ και πενήντα λεπτά (678,50).
 Για κάθε μεταβίβαση ποσοστού συνιδιοκτησίας του οχήματος, το αντίστοιχο ποσό φόρου αυτής της παραγράφου επιμερίζεται ανάλογα.
 
Έγινε δεκτό από την Διοίκηση (ΠΟΛ 1113/1998) ότι οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 2579/1998 δεν επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα ούτε άλλες διατάξεις της φορολογίας εισοδήματος (πχ. τεκμήριο δαπάνης αγοράς επιχείρησης, με εξαίρεση βέβαια τις διατάξεις για την φορολογία υπεραξίας), ούτε διατάξεις άλλων φορολογιών (κληρονομιών, δωρεών κλπ)*.
 
*Η πώληση αποχαρακτηρισμένου αυτοκινήτου ΔΧ ως εμπορεύματος υπόκειται σε ΦΠΑ. Η αγορά νέου οχήματος σε αντικατάσταση παλαιού από τον κάτοχο αδείας αυτοκινήτου ΔΧ   δεν αποτελεί τεκμήριο αγοράς και υπόκειται σε ΦΠΑ και όταν αποκτάται από χώρα της Ε.Ε.
 
«Δεν επιβάλλονται τα ποσά φόρου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 10 του Ν. 2579/1998 σε περίπτωση ανταλλαγής ποσοστών συνιδιοκτησίας που πραγματοποιείται μεταξύ τους. Προκειμένου για μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται σε δικαιούχους που υπάγονται στην Α’ και Β’ κατηγορία του άρθρου 29 του Ν. 2961/2001 (ΦΕΚ 266 Α’), τα ποσά φόρου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 10 του Ν. 2579/1998 μειώνονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) και είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) αντίστοιχα». ( άρθρο 32 § 2 του ν. 3229/2004 ΦΕΚ Α 38 10.2.2004)
 
Δηλαδή, θεσπίσθηκε απαλλαγή από την καταβολή του εφάπαξ πάγιου ποσού φόρου που προβλέπεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις για το όχημα αλλά και για την άδεια κυκλοφορίας αυτού, στην περίπτωση ανταλλαγής ποσοστών συνιδιοκτησίας που πραγματοποιείται μεταξύ των εκμεταλλευτών οχημάτων δημόσιας χρήσης (ΤΑΧΙ, λεωφορείων κλπ.). Για παράδειγμα έστω ότι ο Α και ο Β είναι συνιδιοκτήτες κατά 50% σε δύο διαφορετικά λεωφορεία τουριστικά τα Χ και Ψ. Εάν ο Α ανταλλάξει το ποσοστό συμμετοχής (50%) του λεωφορείου Χ με το ποσοστό του Β (50%) στο λεωφορείο Ψ, η πράξη αυτή απαλλάσσεται της εφάπαξ καταβολής του πάγιου ποσού φόρου.
Σε άλλη περίπτωση έστω ότι ο Α έχει το 100% ενός ταξί Χ και ο Β το 100% ενός ταξί (Ψ), ο Β ανταλλάσσει το 50% του Ψ Ταξί με το 50% του Χ ταξί του Α, η πράξη αυτή απαλλάσσεται της εφάπαξ καταβολής του πάγιου ποσού φόρου για το όχημα και την άδεια του.
Επίσης, καθιερώθηκε μείωση των ποσών φόρου που επιβάλλονται για την άδεια και το όχημα αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης (ΤΑΧΙ, λεωφορεία) κατά τη μεταβίβασή τους σε συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού, όπως οι κατηγορίες αυτής της συγγένειας προσδιορίζονται στο άρθρο 29 του Ν. 2961/2001 . Οι κατηγορίες αυτές είναι οι ακόλουθες:

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Α΄
α) Ο, η σύζυγος του μεταβιβάζοντα, β) ο σχετιζόμενος με σύμφωνο συμβίωσης με τον μεταβιβάζοντα γ) οι κατιόντες πρώτου βαθμού (τέκνα από νόμιμο γάμο, τέκνα χωρίς γάμο έναντι της μητέρας, αναγνωρισθέντα εκούσια ή δικαστικά έναντι του πατέρα, νομιμοποιηθέντα με επιγενόμενο γάμο ή δικαστικά έναντι και των δύο γονέων), δ) οι κατιόντες εξ’ αίματος δεύτερου βαθμού (εγγονοί) ε) οι ανιόντες εξ αίματος πρώτου βαθμού (γονείς).

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Β΄
Α) Οι κατιόντες εξ’ αίματος τρίτου και επόμενων βαθμών, β) οι ανιόντες εξ’ αίματος δεύτερου (παππούς, γιαγιά) και επόμενων βαθμών, γ) τα εκούσια ή δικαστικά αναγνωρισθέντα τέκνα έναντι των ανιόντων του πατέρα που τα αναγνώρισε, δ) οι κατιόντες του αναγνωρισθέντος έναντι του αναγνωρίσαντος και των ανιόντων αυτού, ε) οι αδελφοί (αμφιθαλείς ή ετεροθαλείς), στ) οι συγγενείς εξ αίματος τρίτου βαθμού εκ πλαγίου (ανεψιοί), ζ) οι πατριοί και οι μητριές, η) τα τέκνα από προηγούμενο γάμο του συζύγου, θ) τα τέκνα εξ αγχιστείας (γαμπροί - νύφες) και ι) οι ανιόντες εξ αγχιστείας (πεθερό - πεθερά).
Τα ποσοστά μείωσης του φόρου αυτού είναι πενήντα τοις εκατό (50%) για τους συγγενείς της πρώτης κατηγορίας και εικοσιπέντε τοις εκατό (25%) για τους συγγενείς της δεύτερης κατηγορίας.

§
3. Τα ποσά των φόρων των προηγούμενων παραγράφων βαρύνουν τον πωλητή και καταβάλλονται από αυτόν με την υποβολή σχετικής δήλωσης στη δημόσια οικονομική υπηρεσία που είναι αρμόδια για τη φορολογία του εισοδήματός του.
Η δήλωση αυτή υπογράφεται από όλους τους συμβαλλόμενους και υποβάλλεται σε τέσσερα (4) αντίτυπα από τα οποία τα δύο επιστρέφονται θεωρημένα στον αγοραστή και το ένα στον πωλητή…
 
Όταν μεταβιβάζεται η άδεια του αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης, υποβάλλεται μια μόνο δήλωση για την καταβολή του φόρου τόσο για τη μεταβιβαζόμενη άδεια, όσο και για το μεταβιβαζόμενο όχημα ως εμπόρευμα, ενώ εάν μεταβιβάζεται μόνο το αυτοκίνητο όχημα, στο έντυπο της δήλωσης γράφεται ότι μεταβιβάζεται μόνο το αυτοκίνητο όχημα και όχι και η άδεια και καταβάλλεται ο φόρος μόνο για το αυτοκίνητο όχημα (πάγιο στοιχείο).
Τα πάγια ποσά φόρων βαρύνουν τον πωλητή και καταβάλλονται από αυτόν πριν από τη μεταβίβαση εφάπαξ με την υποβολή της δήλωσης και δεν αναγνωρίζονται για έκπτωση από το εισόδημά του.
 
§4. Απαγορεύεται η σύνταξη συμβολαιογραφικών εγγράφων*, καθώς και η καταχώριση σε δημόσια βιβλία ή έγγραφα συμβολαιογραφικού ή ιδιωτικού συμφωνητικού, για δικαιοπραξία των παραγράφων 1 και 2 αυτού του άρθρου, καθώς και η έκδοση οποιουδήποτε δημοσίου εγγράφου που να βεβαιώνει οτιδήποτε που να προκύπτει από αυτή τη δικαιοπραξία, χωρίς την υποβολή θεωρημένου από την αρμόδια οικονομική υπηρεσία αντιτύπου της δήλωσης αυτού του άρθρου. Τα πρόσωπα που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από αυτό το άρθρο υπόκεινται και στο πρόστιμο της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 2523/1997…
* Συντάσσεται συμβολαιογραφικό έγγραφο για την μεταβίβαση τουριστικού λεωφορείου. Για την μεταβίβαση εξ’ ολοκλήρου αδείας ΔΧ λεωφορείου ενταγμένου σε ΚΤΕΛ αντί συμβολαίου εκδίδεται τιμολόγιο πώλησης, ενώ για την μεταβίβαση ποσοστού επί της αδείας συντάσσεται συμβολαιογραφικό έγγραφο. Για την πώληση άδειας ΤΑΧΙ αρκεί η εγγραφή στο βιβλίο μεταβολών του αυτοκινήτου και η έκδοση τιμολογίου πώλησης.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 § 5 του ν. 2963/2001 μαζί με την άδεια κυκλοφορίας ΔΧ των λεωφορείων αστικών και υπεραστικών, τα οποία είναι ενταγμένα σε ΚΤΕΛ, μεταβιβάζονται και οι μετοχές της ΚΤΕΛ ΑΕ, τις οποίες κατέχει ο πωλητής. Ο φόρος υπεραξίας μεταβίβασης των ονομαστικών μετοχών βαρύνει τον πωλητή και καταβάλλεται με την υποβολή και εκκαθάριση της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του αντίστοιχου έτους που ενεργήθηκε η μεταβίβαση.
 
§7. Κατά τη διάρκεια ισχύος αυτού του άρθρου δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της περίπτωσης ζ’ της παραγράφου 3 του άρθρου 28 του ν. 2238/1994 και του δευτέρου και επόμενων αυτού εδαφίων της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν. δ/τος 1146/1976 για μεταβιβάσεις των αυτοκινήτων οχημάτων της παραγράφου 2 αυτού του άρθρου.
Με την επιβολή του σχετικού εφάπαξ ποσού φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση για το υπερτίμημα που προκύπτει κατά τις μεταβιβάσεις αυτές. Τα προαναφερόμενα ισχύουν για όλες τις περιπτώσεις μεταβίβασης Δ.Χ. οχήματος ανεξάρτητα από την κατηγορία των βιβλίων που τηρεί η επιχείρηση της οποίας αυτό είναι πάγιο στοιχείο. ( ΠΟΛ 1044/2004).
Τέλος, επισημαίνεται ότι μετά την λήξη του μεταβατικού καθεστώτος του άρθρου 10 του ν. 2579/1998, από την 1.1.2017 για το υπερτίμημα των μεταβιβάσεων των αυτοκινήτων ΔΧ θα έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ΚΦΕ ν. 4172/2013 και συγκεκριμένα οι διατάξεις του άρθρου 21 § 1 για την πώληση του αποχαρακτηρισμένου αυτοκινήτου ως εμπορεύματος και οι διατάξεις του άρθρου 42 § 1 για την μεταβίβαση της άδειας κυκλοφορίας. (βλέπε Α. Κοψιαύτη: Κωδικοποίηση Φορολογίας εισοδήματος 2015).
 
Αναδημοσίευση άρθρου ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΙΛΗ από e- magazine, epsilonet τεύχος 26.5.2015

ΠΩΛΗΣΗ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟΥ ΔΧ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

ΕΡΩΤΗΜΑ:

Κοινωνία αστικού δικαίου, εκμεταλλεύεται Υπεραστικό Λεωφορείο ενταγμένο σε ΚΤΕΛ, πουλάει το λεωφορείο. Υπάρχει κάποια φοροαπαλλαγή σχετικά με την πώληση του παγίου ώστε να μην επιβαρυνθούν τα έσοδα με την αξία της πώλησης; 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Ο ΚΦΕ ( ν. 4172/2013) ρυθμίζει τη φορολογία εισοδήματος των φυσικών προσώπων και των νομικών προσώπων καθώς και των κάθε είδους νομικών οντοτήτων. Σύμφωνα με το άρθρο 2 § δ στην έννοια της νομικής οντότητας περιλαμβάνεται και η κοινωνία αστικού δικαίου. 

Ο ν. 4308/2014 περί «Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων» άρθρο 3 § 1, ορίζει:
«1. Η οντότητα τηρεί, αρχείο κάθε συναλλαγής και γεγονότος αυτής που πραγματοποιείται στη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, καθώς και των προκυπτόντων πάσης φύσεως εσόδων, κερδών, εξόδων, αγορών και πωλήσεων περιουσιακών στοιχείων, εκπτώσεων και επιστροφών, φόρων, τελών και των πάσης φύσεως εισφορών σε ασφαλιστικούς οργανισμούς».
Η κοινωνία αστικού δικαίου που εκμεταλλεύεται λεωφορείο Δ.Χ. ενταγμένου σε ΚΤΕΛ πωλεί το όχημα αποχαρακτηρισμένο ως εμπόρευμα. Εκδίδει τιμολόγιο πώλησης . Στο απλογραφικό βιβλίο θα καταχωρισθεί σε στήλη ΠΩΛΗΣΕΙΣ ΠΑΓΙΩΝ το ποσό χωρίς ΦΠΑ και στη στήλη του ΦΠΑ το ποσό του φόρου.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 2579/1998 § 2 περίπτωση 2 εδάφιο δ’ :
δ) Για λεωφορείο δημόσιας χρήσης, που είναι ενταγμένο σε Κ.Τ.Ε.Λ. ή ανήκει σε επιχείρηση με οποιαδήποτε νομική μορφή ή κοινοπραξία ή κοινωνία, το οποίο εκτελεί ή εκτελούσε μεταφορές σε αστικές ή υπεραστικές επιβατικές γραμμές, ποσό χίλια τριακόσια πενήντα ένα ευρώ και είκοσι πέντε λεπτά (1.351,25). Στην περίπτωση που από το έτος της πρώτης κυκλοφορίας του λεωφορείου στην Ελλάδα έχουν παρέλθει πάνω από δέκα έτη, ως πρώτου έτους λαμβανομένου του έτους της πρώτης κυκλοφορίας του στην Ελλάδα, το πιο πάνω ποσό μειώνεται στα εξακόσια εβδομήντα οκτώ ευρώ και πενήντα λεπτά (678,50). 
Τα πάγια ποσά φόρων βαρύνουν τον πωλητή και καταβάλλονται από αυτόν πριν από τη μεταβίβαση εφάπαξ με την υποβολή της δήλωσης και δεν αναγνωρίζονται για έκπτωση από το εισόδημά του.
Με την επιβολή του σχετικού εφάπαξ ποσού φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση για το υπερτίμημα που προκύπτει κατά τις μεταβιβάσεις αυτές.
Η κοινωνία αγοράζει νέο όχημα. Λαμβάνει τιμολόγιο πώλησης. Καταχωρίζεται η αξία χωρίς ΦΠΑ στη στήλη του απλογραφικού βιβλίου ΑΓΟΡΕΣ ΠΑΓΙΩΝ και στη στήλη του ΦΠΑ το ποσό του φόρου.
Στο τέλος του έτους θα υπολογισθεί η απόσβεση του παγίου και θα καταχωρισθεί σε ξεχωριστεί στήλη. Η απόσβεση είναι η δαπάνη που εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης.
Εάν η αγορά του νέου οχήματος χρηματοδοτηθεί από δάνειο τράπεζας, τότε οι τόκοι του δανείου αποτελούν παραγωγική δαπάνη, η οποία εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα της κοινωνίας.
Προσοχή! Το δάνειο πρέπει να συναφθεί στο όνομα της κοινωνίας και στο ΑΦΜ αυτής και όχι στα ονόματα των μελών της κοινωνίας.

Σελίδα 1 από 2