• Επιθεώρηση Λογιστικού Δικαίου

Μη εμπρόθεσμη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών σε εργαζόμενο

Ε Π Ι Σ Η Μ Α Ν Σ Ε Ι Σ

Μη εμπρόθεσμη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών σε εργαζόμενο

Από τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945 «προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή έγκλημα είναι γνήσιο έγκλημα παράλειψης και συντελείται με μόνη τη μη εμπρόθεσμη, κατά το άρθρο 655 του Α.Κ. καταβολή των οικείων αποδοχών ή χορηγιών, κατά το ίδιον δε άρθρον (655 Α.Κ.) η ημέρα καταβολής του μισθού αποτελεί δήλη ημέρα, με μόνη την παρέλευση της οποίας ο εργοδότης ή διευθυντής κ.λπ. γίνεται, χωρίς όχληση, υπερήμερος οφειλέτης, εκτός αν αυτός αποδείξει γεγονός που αποκλείει την υπερημερία του» (ΑΠ 288/2008).

«Οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις κατά των εργοδοτών, διευθυντών, εκπροσώπων επιχειρήσεων κ.λπ., οι οποίοι δεν καταβάλλουν εμπρόθεσμα τις οφειλόμενες στους εργαζομένους, συνεπεία της συμβάσεως ή της σχέσεως εργασίας, πάσης φύσεως αποδοχές. Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται ποινικό αδίκημα μόνο για την καθυστέρηση καταβολής των οφειλόμενων από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας αποδοχών, προκειμένου να διασφαλισθεί η έγκαιρη καταβολή αυτών στους δικαιούχους και δεν δημιουργείται πρωτογενής αξίωση των εργαζομένων για πληρωμή των αποδοχών τους. Συνεπώς η παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων μπορεί να θεμελιώσει αξίωση του εργαζομένου προς αποζημίωση, κατά τα άρθρα 914, 927 και 298 ΑΚ, μόνο για τη ζημία που υπέστη από το άνω αδίκημα, δηλαδή από την υπαίτια καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών του και όχι για την πληρωμή των ίδιων των αποδοχών, έστω και αν ζητούνται ως αποζημίωση, αφού μόνη η παράλειψη του εργοδότη να καταβάλει εμπρόθεσμα τις αποδοχές δεν συνεπάγεται την απώλεια αυτών, ώστε να προκαλείται στον εργαζόμενο ισόποση με τις αποδοχές του ζημία, που να έχει ως αιτία το θεσπιζόμενο με τις διατάξεις του Α.Ν. 690/ 1945 αδίκημα και, συνεπώς, ο εργαζόμενος δεν δύναται να διεκδικήσει από την καθυστέρηση αυτή χρηματική ικανοποίηση για προκληθείσα εξ αυτής ηθική βλάβη» (ΑΠ 1842/ 2008).

Έκδοση ακάλυπτης επιταγής

Το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται:

α) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής που συντελείται με τη συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο,

β) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος της εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού της εταιρίας,

γ) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή,

δ) έλλειψη αντίστοιχου διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή

ε)γνώση του εκδότη της ελλείψεως αυτής(ανυπαρξίας διαθέσιμων κεφαλαίων).

Από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 «προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προαναφερόμενου εγκλήματος απαιτείται, εκτός άλλων, και γνώση του εκδότη για την έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, αντίστοιχων με την αξία της επιταγής στον πληρωτή της τελευταίας, κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της. Εάν ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, απαιτείται να αναφέρεται στην απόφαση η γνώση του κατηγορουμένου για την έλλειψη των διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή της επιταγής»

Αναιρείται, λόγω ελλείψεως αιτιολογίας, η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, διότι «ούτε στο σκεπτικό ούτε και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι δεν είχε στην πληρώτρια Τράπεζα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής των επιταγών» (ΑΠ 1738/ 2008).

 

Υποχρέωση του εργοδότη για ενημέρωση του εργαζομένου για τους όρους εργασίας.

Ο εργοδότης υποχρεούται εντός δυο μηνών από την πρόσληψη εργαζόμενου να τον ενημερώσει για τους όρους της σύμβασης εργασίας. Εξαίρεση υπάρχει για απασχόληση έως ένα μήνα και για εργαζόμενους σε μη συστηματικές αγροτικές απασχολήσεις.

Τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει η γνωστοποίηση είναι:

  • Στοιχεία ταυτότητας συμβαλλόμενων.
  • Τόπος παροχής εργασίας.
  • Έδρα της επιχείρησης.
  • Ειδικότητα, θέση του εργαζόμενου, ο βαθμός του, αντικείμενο απασχόλησης και κατηγορία απασχόλησης.
  • Η ημερομηνία έναρξης της απασχόλησης.
  • Η διάρκεια της απασχόλησης.
  • Η διάρκεια της ετήσιας άδειας ανάπαυσης, ο τρόπος και ο χρόνος χορήγησής της.
  • Το ύψος της αποζημίωσης σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και τις προθεσμίες που πρέπει να τηρούνται για αυτή.
  • Οι κάθε είδους αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος.
  • Η περιοδικότητα καταβολής των αποδοχών
  • Το ημερήσιο και εβδομαδιαίο ωράριο του εργαζόμενου.
  • Τέλος θα πρέπει να γίνεται αναφορά με ποια συλλογική σύμβαση θα αμείβεται ο εργαζόμενος.

Σε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων που αναγράφονται ανωτέρω ο εργοδότης υποχρεούται να ενημερώσει εγγράφως τον εργαζόμενο εντός ενός μηνός από την μεταβολή.

Σε περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης για ενημέρωση του εργαζόμενου επιβάλλεται πρόστιμο από την Επιθεώρηση Εργασίας αλλά σε καμία περίπτωση δεν θίγεται η εγκυρότητα της σύμβασης εργασίας.

 

 Αποδοχές αχρεωστήτως καταβληθείσες

Εάν ο εργοδότης κατέβαλε εκ πλάνης μισθό πλέον του οφειλομένου, δικαιούται να αναζητήσει αυτόν σύμφωνα με τους κανόνες περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, οπότε μπορεί να προκύψει ζήτημα συμψηφισμού του μισθού προς την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού απαίτηση (άρθρα 440-442 και 664 του Αστικού Κώδικα). Κατά την κρίση των δικαστηρίων (Πρωτ.Αθηνών 7487/52, Πρωτ.Βόλου 183/52), ο μισθός που καταβλήθηκε εκ παραδρομής θεωρείται ως προκαταβολή έναντι του μέλλοντος να καταβληθεί μισθού και νομίμως κρατείται από τις αποδοχές που επακολουθούν.

Εν όψει των ανωτέρω, οι επιχειρήσεις μπορούν να αναζητούν από τους εργαζόμενους τα καταβληθέντα σε αυτούς ποσά, λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού, συμψηφίζοντας (παρακρατώντας) μέρος των μηνιαίων αποδοχών των εργαζομένων, μέχρι τότε που θα εξοφληθούν τα ποσά τα οποία αδικαιολόγητα καταβλήθηκαν από τις επιχειρήσεις.
Μετά την αφαίρεση των απολύτως αναγκαίων προς διατροφή και συντήρηση αυτών και των οικογενειών τους ποσών από τους μισθούς, τα υπόλοιπα μπορεί να συμψηφίζονται.

Κατά την άποψη του Υπουργείου Εργασίας η καταβολή αποδοχών σε εργαζόμενο μεγαλυτέρων από αυτές που προβλέπονται από την οικεία Σ.Σ.Ε. , όχι με πρόθεση του εργοδότη να καταβάλλει αυξημένες αποδοχές, αλλά από λάθος υπολογισμό της αύξησης, δεν θεμελιώνει για τον εργαζόμενο επιχειρησιακή συνήθεια, πολύ περισσότερο έθιμο, υπέρ αυτού.
Ο εργοδότης μπορεί αφότου αντιλήφθηκε το λανθασμένο υπολογισμό, να εφαρμόσει για τον εφεξής χρόνο τον ορθό τρόπο υπολογισμού των αποδοχών, χωρίς τούτο να αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του εργαζόμενου, επειδή η ενέργεια αυτή για τον εργοδότη σημαίνει συμμόρφωση και εφαρμογή από το νόμο.
Σε καμιά πάντως περίπτωση, ο εργαζόμενος δεν νομιμοποιείται να αξιώσει από την επιχείρηση να υπολογίζει εσφαλμένα τις αποδοχές, προς όφελός του και μάλιστα κατά παράβαση όρων της Σ.Σ.Ε. ή Νόμου.


Πενταετής παραγραφή

Σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις:

1. των εμπόρων, των βιομηχάνων και των χειροτεχνών, για εμπορεύματα που χορήγησαν, για την εκτέλεση εργασιών και για την επιμέλεια υποθέσεων άλλων, καθώς και για τις δαπάνες που έκαναν.

2. εκείνων που ασκούν κατ' επάγγελμα τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία και τη δασοκομία, για την χορήγηση των προϊόντων του επαγγέλματός τους.

3. εκείνων που ασκούν τη μεταφορά γενικά προσώπων ή πραγμάτων, για κόμιστρα και για τα έξοδά τους.

4. των ξενοδόχων, των πανδοχέων και αυτών που χορηγούν κατ' επάγγελμα τροφή, για την παροχή κατοικίας και τροφής καθώς και για κάθε άλλη παροχή για τις δαπάνες που έκαναν. 5. εκείνων που, χωρίς να ανήκουν στα πρόσωπα που αναφέρονται στον αριθμό 1, ασκούν κατ' επάγγελμα την επιμέλεια ξένων υποθέσεων ή την παροχή υπηρεσιών, για τις αμοιβές και για τις δαπάνες τους.

6. των υπηρεσιών και των εργατών για την πληρωμή των μισθών ή άλλων αμοιβών και εξόδων τους.

7. εκείνων που παρέχουν κάθε είδους διδασκαλία, για την αμοιβή και για τις δαπάνες τους.

8. των ιδρυμάτων που προορίζονται για τη διδασκαλία, την ανατροφή, την περίθαλψη ή τη νοσηλεία, για την παροχή διδασκαλίας, περίθαλψης ή νοσηλείας και για τις σχετικές δαπάνες.

9. εκείνων που δέχονται πρόσωπα για περίθαλψη ή για ανατροφή, για τις παροχές και δαπάνες που αναφέρονται στον προηγούμενο αριθμό.

10. των γιατρών και των μαιών, για την αμοιβή και για τις δαπάνες τους.

11. των δικηγόρων, των συμβολαιογράφων και των δικαστικών επιμελητών, για τις αμοιβές και για τις δαπάνες τους.

12. των προσώπων που διορίζονται από κάποια αρχή και διεξάγουν ορισμένες υποθέσεις, για τις αμοιβές και για τις δαπάνες τους.

13. των διαδίκων, για τις προκαταβολές που έδωσαν στους δικηγόρους τους.

14. των μαρτύρων για τις δαπάνες τους.

15. των τόκων, χρεολύτρων και μερισμάτων.

16. των κάθε είδους μισθωμάτων.

17. των κάθε είδους μισθών, των καθυστερούμενων προσόδων, συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά.

18. των προσώπων στα οποία παρέχεται εργασία, για τις προκαταβολές τους έναντι των αξιώσεων από την παροχή.