• Ανακοινώσεις

ΕΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΤΩΝ ΚΤΕΛ

Α. Φορολογία εισοδήματος ΚΤΕΛ ΑΕ με μισθωμένα λεωφορεία

Η Φορολογική Διοίκηση με την εγκύκλιο Πολ. 1179/2016 δέχτηκε ότι στην περίπτωση των ΚΤΕΛ ΑΕ που λειτουργούν με ενταγμένα λεωφορεία, τα φυσικά πρόσωπα (λεωφορειούχοι Δ.Χ. με κυριότητα 100%) ή νομικά πρόσωπα (εμπορικές εταιρείες ή κοινωνίες συνιδιοκτησίας λεωφορείων ΔΧ) συνεχίζουν να είναι κύριοι των λεωφορείων Δ.Χ. και μετά την μετατροπή των ΚΤΕΛ σε ΚΤΕΛ ΑΕ. Επιπλέον, οι ιδιοκτήτες των λεωφορείων, δηλαδή τα φυσικά πρόσωπα (λεωφορειούχοι Δ.Χ. με κυριότητα 100%) ή νομικά πρόσωπα (εμπορικές εταιρείες, κοινωνίες συνιδιοκτησίας λεωφορείων Δ.Χ.), παρέχουν το όχημά τους με τον οδηγό του, τον οποίο αυτοί προσλαμβάνουν και προκειμένου για την εξαγωγή του φορολογητέου εισοδήματός τους λαμβάνονται υπόψη οι δαπάνες μισθοδοσίας και ασφάλισης του οδηγού, η συντήρηση και η φύλαξη του οχήματος, κ.λπ.

Με την παρ.6 του άρθρου 3 της υπ' αριθμ. Β-Οικ.60195/5172/13 (ΦΕΚ Β' 3067/03/12/2013) απόφασης του Υφυπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων με την οποία καθορίστηκαν οι βασικοί όροι ανάληψης υποχρέωσης μεταφοράς προσώπων με λεωφορεία ενταγμένα στις ΚΤΕΛ ΑΕ ορίζεται, ότι το υπόλοιπο που απομένει, όταν από το σύνολο των ακαθάριστων εισπράξεων (εισιτήρια, αποσκευές, εκδρομές, κ.λπ.) αφαιρεθούν τα ποσά που κατονομάζονται από τις ίδιες διατάξεις (αποδοχές, φόροι, τέλη, έξοδα διοίκησης, καύσιμα, δαπάνες συντήρησης, αποσβέσεις, κ.λπ.), αποτελεί την συνολική αποζημίωση των ιδιοκτητών - μετόχων της ΚΤΕΛ ΑΕ για την εκτέλεση της μεταφοράς προσώπων με τα λεωφορεία τους.

Κατόπιν όλων όσων αναφέρθηκαν παραπάνω συνάγεται ότι προκειμένου για τις περιπτώσεις ΚΤΕΛ που λειτουργούν με τη μορφή ΑΕ σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. β' της παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν 2963/2001 (μετατροπή σε ΚΤΕΛ ΑΕ όταν οι μέτοχοι κρατούν την κυριότητα των λεωφορείων), τα μισθώματα (χιλιομετρική αποζημίωση) αποδίδονται στους ιδιοκτήτες μετόχους εκμισθωτές (φυσικά πρόσωπα ή συνιδιοκτησία φυσικών προσώπων - κοινωνία ή νομικά πρόσωπα) με βάση την τριμηνιαία εκκαθάριση τα οποία φορολογούνται ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα στο όνομα των ιδιοκτητών.

Είναι προφανές από τα παραπάνω ότι στις περιπτώσεις αυτές δεν προκύπτει φορολογητέο εισόδημα για τις ΚΤΕΛ ΑΕ (στον Κ.Α. 016 καταχωρίζεται μηδενικό ποσό), καθόσον το προκύπτον αποτέλεσμά τους με βάση την υπ' αριθμ. Β - Οικ. 60195/5172/13 (ΦΕΚ Β' 3067/3/12/2013) απόφαση του Υφυπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων αποδίδεται στους ιδιοκτήτες (λεωφορειούχοι Δ.Χ. με κυριότητα 100% ή νομικά πρόσωπα δηλαδή άλλα ΚΤΕΛ, κοινωνίες συνιδιοκτησίας λεωφορείων Δ.Χ., κ.λπ.), ωστόσο υφίσταται υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.

Ο ιδιοκτήτης του λεωφορείου (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) και προκειμένου περί συνιδιοκτησίας ή κοινωνίας του Αστικού Κώδικα, υποχρεούται να τηρεί απλογραφικά ή διπλογραφικά βιβλία ανάλογα με την νομική μορφή και τον κύκλο εργασιών, σύμφωνα με τον Ν 4308/2014 (ΕΛΠ) στα οποία θα καταχωρίζει εκτός από τα στοιχεία που προβλέπουν οι διατάξεις των ΕΛΠ, το λαμβανόμενο μίσθωμα, τον αναλογούντα ΦΠΑ, τις λειτουργικές, δαπάνες του λεωφορείου, για τις οποίες έχουν εκδοθεί στοιχεία στο όνομα του και σε ιδιαίτερη στήλη τον εκπιπτόμενο ΦΠΑ.

Δεδομένου ότι οι υπηρεσίες που παρέχει ο οδηγός -συνιδιοκτήτης (μέλος της κοινωνίας εκμετάλλευσης λεωφορείου) του λεωφορείου δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση υπηρεσίες που παρέχονται στο πλαίσιο της εταιρικής του εισφοράς, όπως συμβαίνει με τη σύμβαση εταιρείας με την έννοια του άρθρου 741 ΑΚ, προκύπτει ότι οι αμοιβές που αυτός λαμβάνει για τις υπόψη υπηρεσίες θεωρούνται εισόδημα από μισθωτή εργασία (Πολ. 1179/2016).

Περαιτέρω και δεδομένου ότι η κοινωνία αποτελεί πλέον υποκείμενο του φόρου εισοδήματος των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων με βάση τις διατάξεις των άρθρων 2 και 45 του Ν 4172/2013 , οι υπόψη αμοιβές εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της κοινωνίας εκμετάλλευσης λεωφορείων με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του Ν 4172/2013 (Αρ. Πρωτ. Δ12Α1053453 ΕΞ2014/24.3.2014). 

Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση αμοιβών που λαμβάνουν διαχειριστές, εκπρόσωποι ή διευθυντές της κοινωνίας, δηλαδή οι αμοιβές αυτές εκπίπτουν ως εισόδημα από μισθωτή εργασία με βάση τα αναφερόμενα στο αριθ. ΔΕΑΦ 1064780 ΕΞ 2015/11.5.2015 έγγραφο, με το οποίο έγινε δεκτό ότι οι αμοιβές μελών και διαχειριστών ΕΠΕ, καθώς και οι αμοιβές εκπροσώπων και εταίρων ΟΕ και ΕΕ για τις υπηρεσίες που παρέχουν με βάση την ιδιότητά τους αυτή προς τις υπόψη εταιρείες, εξομοιώνονται με τις αμοιβές διευθυντών ή μελών Δ.Σ. εταιρείας ή κάθε άλλου νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας.

Β. Φορολογία μεταβίβασης λεωφορείου ΔΧ και μετόχων ΑΕ

Οι διατάξεις του άρθρου 10 του Ν 2579/1998 σχετικά με την μεταβίβαση αυτοκινήτων ΔΧ εξακολουθούν να ισχύουν έως την 31.12.2022. Οι διατάξεις αυτές, λειτουργούν παράλληλα και αυτόνομα προς τις γενικές φορολογικές διατάξεις και αφορούν την μεταβίβαση «αιτία πωλήσεως» των αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης.

Ειδικότερα, σε κάθε μεταβίβαση από επαχθή αιτία ή ανταλλαγή αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης, επιβάλλεται εφάπαξ ποσό φόρου για τη μεταβιβαζόμενη άδεια κυκλοφορίας ως ακολούθως:

Για λεωφορείο δημόσιας χρήσης, που ανήκει σε φυσικό πρόσωπο ή σε επιχείρηση οποιασδήποτε νομικής μορφής ή σε κοινοπραξία ή σε κοινωνία, που είναι ενταγμένο σε Κ.Τ.Ε.Λ. και εκτελεί μεταφορές με κόμιστρο, σε:
αα) Υπεραστικές επιβατικές γραμμές, αναλόγως του ύψους του μερίσματος που διανεμήθηκε για το μεταβιβαζόμενο λεωφορείο στο προηγούμενο έτος από τη μεταβίβαση, ποσό δύο χιλιάδες είκοσι εννέα και εβδομήντα πέντε (2.029,75) ευρώ, εφόσον το υπόψη μέρισμα δεν ήταν μεγαλύτερο από είκοσι εννέα χιλιάδες τριακόσια πενήντα (29.350) ευρώ, ποσό τρείς χιλιάδες τριακόσια εβδομήντα πέντε ευρώ και είκοσι πέντε λεπτά (3.375,25), εφόσον το υπόψη μέρισμα ήταν πάνω από είκοσι εννέα χιλιάδες τριακόσια πενήντα (29.350) ευρώ και μέχρι σαράντα τέσσερις χιλιάδες είκοσι πέντε (44.025) ευρώ και ποσό πέντε χιλιάδες εξήντα (5.060,00) ευρώ, εφόσον το υπόψη μέρισμα υπερέβαινε τα σαράντα τέσσερις χιλιάδες είκοσι πέντε (44.025) ευρώ.
ββ) Αστικές επιβατικές γραμμές, ποσό χίλια εξακόσια ενενήντα ευρώ και πενήντα λεπτά (1.690,50).

Για λεωφορείο δημόσιας χρήσης, που είναι ενταγμένο σε Κ.Τ.Ε.Λ. ή ανήκει σε επιχείρηση με οποιαδήποτε νομική μορφή ή κοινοπραξία ή κοινωνία, το οποίο εκτελεί ή εκτελούσε μεταφορές σε αστικές ή υπεραστικές επιβατικές γραμμές, ποσό χίλια τριακόσια πενήντα ένα ευρώ και είκοσι πέντε λεπτά (1.351,25). Στην περίπτωση που από το έτος της πρώτης κυκλοφορίας του λεωφορείου στην Ελλάδα έχουν παρέλθει πάνω από δέκα έτη, ως πρώτου έτους λαμβανομένου του έτους της πρώτης κυκλοφορίας του στην Ελλάδα, το πιο πάνω ποσό μειώνεται στα εξακόσια εβδομήντα οκτώ ευρώ και πενήντα λεπτά (678,50).


Για κάθε μεταβίβαση ποσοστού συνιδιοκτησίας του δικαιώματος της αδείας ή οχήματος, το αντίστοιχο ποσό φόρου αυτής της παραγράφου επιμερίζεται ανάλογα.
Δεν επιβάλλονται τα ποσά φόρου των παραγράφων 1 και 2 του
άρθρου 10 του Ν.2579/1998 σε περίπτωση ανταλλαγής ποσοστών συνιδιοκτησίας που πραγματοποιείται μεταξύ τους.

Προκειμένου για μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται σε δικαιούχους που υπάγονται στην Α’ και Β’ κατηγορία του άρθρου 29 του Ν. 2961/2001 (ΦΕΚ 266 Α’), τα ποσά φόρου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 10 του Ν. 2579/1998 μειώνονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) και είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) αντίστοιχα». ( παρ. 2 άρθρο 32, του Ν. 3229/2004 ΦΕΚ Α 38 10.2.2004)
Δηλαδή, καθιερώθηκε μείωση των ποσών φόρου που επιβάλλονται για την άδεια και το όχημα αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης (λεωφορεία κλπ) κατά τη μεταβίβασή τους σε συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού, όπως οι κατηγορίες αυτής της συγγένειας προσδιορίζονται στο
άρθρο 29 του Ν. 2961/2001 .

Με το άρθρο 33 του Ν 1759/1998 (ΦΕΚ Α΄ 50) θεσπίστηκε «υπέρ ΤΣΑ ποσοστιαία εισφορά 3% στη μεταβιβαζόμενη συνολική αξία κάθε αυτοκινήτου Δημόσιας Χρήσης ή ποσοστού αυτού καταβαλλόμενη κατά ίσα μέρη από τους συμβαλλόμενους».

Η εισφορά 3% υπέρ ΤΣΑ επί της μεταβίβασης δικαιώματος αδείας και οχήματος λόγω πώλησης με αντάλλαγμα με το άρθρο 27 του ν. 2873/2000 καταργήθηκε και σύμφωνα με την § 1 «Τα τέλη χαρτοσήμου, η επ΄ αυτών εισφορά υπέρ Ο.Γ.Α., ο πόρος υπέρ του Ταμείου Νομικών και η εισφορά υπέρ Τ.Σ.Α. που επιβάλλονται κατά περίπτωση για τη μεταβίβαση, από επαχθή αιτία, της κυριότητας αυτοκινήτου οχήματος και μοτοσικλέτας, με αίρεση ή χωρίς αίρεση ενοποιούνται σε ενιαίο κατά περίπτωση τέλος, με την ονομασία «τέλος μεταβίβασης αυτοκινήτου οχήματος», το οποίο εισπράττεται υπέρ του Δημοσίου και ανέρχεται ως εξής: στ) Λεωφορεία Δ.Χ. αυτοκίνητα μαζί με την άδεια κυκλοφορίας:

Κατηγορία Θέσεις καθημένων Τέλος μεταβίβασης
Α έως 50 350 €
Β 51 και άνω 530 €

Σύμφωνα με το άρθρο 3 § 5 του ν. 2963/2001 μαζί με την άδεια κυκλοφορίας ΔΧ των λεωφορείων αστικών και υπεραστικών, τα οποία είναι ενταγμένα σε ΚΤΕΛ, μεταβιβάζονται και οι μετοχές της ΚΤΕΛ ΑΕ, τις οποίες κατέχει ο πωλητής χωρίς καταβολή φόρου μεταβίβασης μετοχών (ΠΟΛ. 1128/2015).

Γ.ΘΕΜΑΤΑ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ

1. Το επίδομα οδηγών λεωφορείων άνευ εισπράκτορα καθιερώθηκε με απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών το 1981 (απόφ. υπ. Εργασίας 15333/1981) «περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού κινήσεως - διαχειρίσεως κλπ. των αστικών και υπεραστικών ΚΤΕΛ απάσης της Χώρας» .

«Κεφάλαιο Β’ Επιδόματα

6. Εις τους οδηγούς οι οποίοι οδηγούν λεωφορεία άνευ εισπράκτορος χορηγείται επίδομα εκ δραχμών 100 ανά ημέρα απασχολήσεως εις λεωφορείον άνευ εισπράκτορος».

Παράλληλα με το επίδομα που καθιερώθηκε με τη ΔΔΑ 57/1981, θεσπίστηκε για πρώτη φορά με την παρ.10 του άρθρου 7 του ΠΔ 257/1989 (ΦΕΚ Α’ 123/16.5.1989) διάταξη σχετικά με τα καθήκοντα του οδηγού ως εξής:

θ) ο οδηγός υπεραστικού λεωφορείου το οποίο δρομολογείται χωρίς εισπράκτορα εκτελεί καθ’ οδόν χρέη εισπράκτορα . Στην περίπτωση αυτή εκδίδεται αιτιολογημένα απόφαση του οικείου Νομάρχη, μετά από εισήγηση του ΔΣ του οικείου ΚΤΕΛ, στην οποία προβλέπεται και η ανάλογη αποζημίωση για την πρόσθετη εργασία. Επίσης είναι υποχρεωμένος όταν δεν υπάρχει εισπράκτορας να πληρώνει διόδια και οχηματαγωγό πλοίο με χρήματα του ΚΤΕΛ.

Με το εδάφιο θ΄της παρ. 5 του άρθρου 7 του ΠΔ 133/1991 (ΦΕΚ Α΄53/16.4.1991) η ως άνω διάταξη διαμορφώθηκε ως εξής:

«θ) ο οδηγός λεωφορείου το οποίο δρομολογείται χωρίς εισπράκτορα εκτελεί και χρέη εισπράκτορος, με την ανάλογο αποζημίωση που καθορίζεται με απόφαση του ΔΣ του ΚΤΕΛ για την πρόσθετη εργασία εκδίδοντας προς τούτο εισιτήρια».

Βάσει της διάταξης αυτής χορηγήθηκε από τα ΚΤΕΛ ποσοστό επί των εισπράξεων και κατόπιν αυτού για τα καθήκοντα εισπράκτορα στους οδηγούς συνέρρεαν δύο αμοιβές.

Ακολούθως με το άρθρο 7Β της περίπτωσης «Β. ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΙΝΗΣΗΣ» του ΠΔ 229/1994 (ΦΕΚ Α΄134/30.8.1994), η ως άνω διάταξη διαμορφώθηκε εκ νέου ως εξής:

«2θ) ο οδηγός υπεραστικού λεωφορείου το οποίο δρομολογείται χωρίς εισπράκτορα εκτελεί καθ’ οδόν και χρέη εισπράκτορα. Στην περίπτωση αυτή εκδίδεται αιτιολογημένη απόφαση του οικείου Νομάρχη μετά από εισήγηση του ΔΣ του οικείου ΚΤΕΛ , στην οποία προβλέπεται και η ανάλογη αποζημίωση για την πρόσθετη εργασία. Επίσης είναι υποχρεωμένος όταν δεν υπάρχει εισπράκτορας να πληρώνει διόδια και οχηματαγωγό πλοίο με χρήματα του ΚΤΕΛ» .

Τα ΚΤΕΛ εξακολούθησαν και με τη νέα διαμόρφωση να χορηγούν το ποσοστό επί των εισπράξεων άνευ εισπράκτορα.

Με το ΠΔ 246/2006 (ΦΕΚ Α΄261/29.11.2006) στη συγκεκριμένη διάταξη σημειώθηκε ουσιώδης μεταβολή.

Συγκεκριμένα με το εδάφιο ι) της παρ. 4 του άρθρου 10 «ειδικά καθήκοντα και υποχρεώσεις προσωπικού» της περίπτωσης «Β. ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΙΝΗΣΗΣ» ο οδηγός υπεραστικού λεωφορείου, το οποίο δρομολογείται χωρίς εισπράκτορα, εκτελεί, καθ’ οδόν και χρέη εισπράκτορα. Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται αποζημίωση όπως καθορίζεται κάθε φορά στις ΣΣΕ. Επίσης είναι υποχρεωμένος, όταν δεν υπάρχει εισπράκτορας, να πληρώνει διόδια και ναύλο με δαπάνες του ΚΤΕΛ.

Δηλαδή από 1/1/2007 ο νομοθέτης καθιέρωσε μία αμοιβή για τον οδηγό όταν εκτελεί χρέη εισπράκτορα, την αμοιβή που προβλέπει η ΣΣΕ, ανά ημέρα οδήγησης λεωφορείου άνευ εισπράκτορα, η οποία διαμορφώθηκε σε 5,90 € ανά ημέρα οδήγησης χωρίς εισπράκτορα από 1/5/2009.

Ως εκ τούτου το ποσοστό άνευ εισπράκτορα επί των καθ’ οδόν εισπράξεων από 1/1/2007 αποτελεί οικειοθελή παροχή εκ μέρους του εργοδότη ΚΤΕΛ ΑΕ.

Περαιτέρω με την ΠΥΣ 6/2012 πέραν του μισθού καταβάλλονται τα επιδόματα τέκνων, ωρίμανσης (πολυετιών), σπουδών, ανθυγιεινής εργασίας . Δηλαδή το επίδομα άνευ εισπράκτορα της ΣΣΕ καταργήθηκε.

Από τις διατάξεις του ΠΔ 246/2006 σχετικά με τα καθήκοντα του οδηγού και του εισπράκτορα σε συνδυασμό προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής συνάγεται ότι, αν και τόσον οι οδηγοί, όσο και οι εισπράκτορες στην αυτή υπό στοιχείο Β κατηγορία του προσωπικού κίνησης των ΚΤΕΛ, το αντικείμενο απασχόλησης αυτών είναι ουσιωδώς διαφορετικό. Του μεν οδηγού συνισταμένου στην ασφαλή και κανονική οδήγηση του λεωφορείου, του δε εισπράκτορα συνισταμένου στη χορήγηση των εισιτηρίων σε επιβάτες και στην είσπραξη του αντιτίμου αυτών, όταν αυτοί δεν είναι εφοδιασμένοι με εισιτήρια και την εν συνεχεία απόδοση των εισπράξεων στο ΚΤΕΛ.

Επομένως η κατά την διάρκεια του νομίμου ωραρίου πρόσθετη απασχόληση καθ’ οδόν του οδηγού υπεραστικού λεωφορείου με καθήκοντα εισπράκτορα, που παρέχονται από αυτόν κατά τρόπο διαρκή εξαιτίας του ότι το λεωφορείο δρομολογείται χωρίς εισπράκτορα, συνιστά πρόσθετη εργασία αυτού για την οποία ο τελευταίος δικαιούται ανάλογης πρόσθετης αμοιβής (ΑΠ 1002/2017).

Ο Άρειος Πάγος (ΑΠ 1002/2017) θεωρεί ως πλέον κατάλληλο μέτρο υπολογισμού της αμοιβής για την πρόσθετη εργασία των οδηγών το ποσό των 5,90 € ανά ημέρα οδήγησης χωρίς εισπράκτορα.

2. Νόμιμη η απασχόληση των οδηγών λεωφορείων ενταγμένων σε ΚΤΕΛ ΑΕ, ως οδηγών σε λεωφορεία ιδιοκτησίας των εταιριών αυτών.

Σύμφωνα με το άρθρο 36 του Π.Δ. 246/2006 §1 «Οι ιδιοκτήτες των λεωφορείων και οι πρόεδροι των ΚΤΕΛ δεν επιτρέπεται να απασχολήσουν κατά την αυτή εργασιακή ημέρα προσωπικό κίνησης που έχει εργασθεί σε άλλον εργοδότη επί οκτάωρο. Μπορούν μόνο να απασχολήσουν το προσωπικό κίνησης που έχει εργασθεί κατά την αυτή ημέρα σε άλλους εργοδότες του ίδιου ΚΤΕΛ λιγότερες από 8 ώρες ημερησίως, μόνο δε για το χρόνο που απαιτείται προς συμπλήρωση το πολύ εννιάωρης ημερήσιας απασχόλησης.

Για την απασχόληση οδηγού κατά τα προηγούμενα εδάφια απαιτείται η κατάρτιση σύμβασης δανεισμού μεταξύ του οδηγού, του εργοδότη του και του ΚΤΕΛ ή του τρίτου μετόχου για ορισμένο χρονικό διάστημα».

3.Ασφαλιστική αντιμετώπιση των μετόχων Ανωνύμων Εταιρειών ΚΤΕΛ

Ως γνωστόν, οι μέτοχοι των Κ.Τ.Ε.Λ. Α.Ε. θεωρούνται ιδιοκτήτες ΔΧ λεωφορείων σε ποσοστά ανάλογα με τις μετοχές που κατέχουν.
Στις περιπτώσεις φυσικών προσώπων που τυγχάνουν ταυτόχρονα μέτοχοι συγκεκριμένου Κ.Τ.Ε.Λ. Α.Ε. και οδηγοί στα ΔΧ λεωφορεία του ίδιου ΚΤΕΛ, τότε υπερισχύει η ιδιότητα του ιδιοκτήτη ΔΧ λεωφορείου (ως μετόχου της ΚΤΕΛ ΑΕ) έναντι της ιδιότητας του οδηγού (όπως έχει γίνει δεκτό με σειρά αποφάσεων του ΣτΕ) και ασφαλίζονται ως ελεύθεροι επαγγελματίες.
Στις περιπτώσεις που τα πρόσωπα αυτά είναι μέτοχοι συγκεκριμένου Κ.Τ.Ε.Λ. Α.Ε. και οδηγοί ΔΧ λεωφορείων τρίτων τα οποία δεν είναι ενταγμένα στο Κ.Τ.Ε.Λ. που κατέχουν μετοχές, τότε εφαρμόζονται οι διατάξεις περί παράλληλης ασφάλισης του
άρθρου 36 ν. 4387/16

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΙΛΗΣ

Φορολογία μεταβίβασης λεωφορείων και ΤΑΧΙ Δ.Χ. - Τι ισχύει μέχρι 31/12/2021

   Δημήτρης Φίλης,        Λογιστής, Φοροτεχνικός

  e-forologia logo

Εισαγωγικές σημειώσεις

Οι διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.2579/1998, όπως ισχύουν σήμερα, ρυθμίζουν την φορολογία της μεταβίβασης των Δ.Χ. λεωφορείων αστικών και υπεραστικών ενταγμένων σε ΚΤΕΛ ή σε ΚΤΕΛ ΑΕ, των τουριστικών λεωφορείων καθώς και των επιβατικών Δ.Χ. αυτοκινήτων (ΤΑΧΙ).
Οι διατάξεις αυτές, λειτουργούν παράλληλα και αυτόνομα προς τις γενικές φορολογικές διατάξεις και έχουν διάρκεια εφαρμογής μέχρι 31.12.2021.
Σε κάθε μεταβίβαση αυτοκινήτων ΔΧ από επαχθή αιτία όταν γίνεται μαζί με την άδεια κυκλοφορίας τους επιβάλλεται, αφενός μεν εφάπαξ ποσό φόρου για την μεταβιβαζόμενη άδεια κυκλοφορίας, αφετέρου δε εφάπαξ ποσό φόρου για το μεταβιβαζόμενο όχημα ως εμπόρευμα.
Επίσης, κατά τη μεταβίβαση από επαχθή αιτία μόνο του αυτοκινήτου οχήματος ως εμπορεύματος πάγιου στοιχείου χωρίς την άδεια κυκλοφορίας, επιβάλλεται εφάπαξ ποσό φόρου.
Στις περιπτώσεις που επιβάλλεται ο φόρος αυτού του άρθρου προβλέπεται παράλληλη απαλλαγή των πωλητών από το φόρο ή την εισφορά που επιβάλλεται με βάση τις ισχύουσες διατάξεις στο κέρδος (υπεραξία) που προκύπτει από τη μεταβίβαση τόσο της άδειας των αυτοκινήτων αυτών, όσο και από τη μεταβίβαση ως εμπορεύματος του οχήματος (που αποτελεί πάγιο στοιχείο για τους ιδιοκτήτες του) των υπόψη αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης (ΠΟΛ 1113/1998).
Επισημαίνεται ότι η απαλλαγή αυτή αφορά τον φόρο εισοδήματος και την εισφορά αλληλεγγύης (ΠΟΛ 1106/2018) και δεν αφορά οποιαδήποτε άλλη εισφορά (π.χ. δεν αφορά την εισφορά υπέρ του ΤΣΑ [1] , ούτε οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση π.χ. τέλος χαρτοσήμου [2] )

Οι διατάξεις του φόρου μεταβίβασης

Ειδικότερα, σε κάθε μεταβίβαση από επαχθή αιτία ή ανταλλαγή αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης, επιβάλλεται εφάπαξ ποσό φόρου για τη μεταβιβαζόμενη άδεια κυκλοφορίας ως ακολούθως:
§1. β) Για επιβατικό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης (ΤΑΧΙ), κατά την πρώτη μεταβίβαση, ποσό τρείς χιλιάδες σαράντα ένα ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτά (3.041,75). Για καθεμιά από τις μετέπειτα από αυτή μεταβιβάσεις, ποσό χίλια τριακόσια πενήντα ένα ευρώ και είκοσι πέντε λεπτά (1.351,25). Τα ποσά αυτά μειώνονται κατά ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) εφόσον το αυτοκίνητο έχει ως έδρα δήμο ή κοινότητα με πληθυσμό κάτω από εκατό χιλιάδες (100.000) κατοίκους και κατά ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) εφόσον το αυτοκίνητο έχει ως έδρα δήμο ή κοινότητα με πληθυσμό κάτω από πέντε χιλιάδες (5.000) κατοίκους. Ως πρώτη μεταβίβαση, για την εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης αυτής, θεωρείται η μεταβίβαση που έγινε μετά την 1.1.1997.
γ) Για τουριστικό λεωφορείο δημόσιας χρήσης, ποσό τριακόσια τριάντα εννέα ευρώ και είκοσι πέντε λεπτά (339,25).
δ) Για λεωφορείο δημόσιας χρήσης, που ανήκει σε φυσικό πρόσωπο ή σε επιχείρηση οποιασδήποτε νομικής μορφής ή σε κοινοπραξία ή σε κοινωνία, που είναι ενταγμένο σε Κ.Τ.Ε.Λ. και εκτελεί μεταφορές με κόμιστρο, σε:
αα) Υπεραστικές επιβατικές γραμμές, αναλόγως του ύψους του μερίσματος που διανεμήθηκε για το μεταβιβαζόμενο λεωφορείο στο προηγούμενο έτος από τη μεταβίβαση, ποσό δύο χιλιάδες είκοσι εννέα και εβδομήντα πέντε (2.029,75) ευρώ, εφόσον το υπόψη μέρισμα δεν ήταν μεγαλύτερο από είκοσι εννέα χιλιάδες τριακόσια πενήντα (29.350) ευρώ, ποσό τρείς χιλιάδες τριακόσια εβδομήντα πέντε ευρώ και είκοσι πέντε λεπτά (3.375,25), εφόσον το υπόψη μέρισμα ήταν πάνω από είκοσι εννέα χιλιάδες τριακόσια πενήντα (29.350) ευρώ και μέχρι σαράντα τέσσερις χιλιάδες είκοσι πέντε (44.025) ευρώ και ποσό πέντε χιλιάδες εξήντα (5.060,00) ευρώ, εφόσον το υπόψη μέρισμα υπερέβαινε τα σαράντα τέσσερις χιλιάδες είκοσι πέντε (44.025) ευρώ.
ββ) Αστικές επιβατικές γραμμές, ποσό χίλια εξακόσια ενενήντα ευρώ και πενήντα λεπτά (1.690,50).
(Τα ποσά του φόρου παρατίθενται όπως διαμορφώθηκαν με το άρθρο 8 § 13 του ν. 3842/2010).
Κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, για κάθε μεταβίβαση ποσοστού δικαιώματος συνιδιοκτησίας, το αντίστοιχο ποσό φόρου επιμερίζεται ανάλογα.

§2. Σε κάθε μεταβίβαση του οχήματος αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης από επαχθή αιτία, περιλαμβανομένης και της ανταλλαγής του, πριν από τη μεταβίβαση αυτή, καταβάλλεται εφάπαξ πάγιο ποσό φόρου για τη μεταβίβαση του πάγιου αυτού στοιχείου και ως εξής:
β) Για επιβατικό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης, ποσό τριακόσια τριάντα εννέα ευρώ και είκοσι πέντε λεπτά (339,25).
γ) Για τουριστικό λεωφορείο δημόσιας χρήσης, αναλόγως του αριθμού των θέσεων καθήμενων επιβατών του οχήματος και των ετών κυκλοφορίας του στην Ελλάδα ως εξής:

ΕΤΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ΘΕΣΕΙΣ ΠΟΣΑ ΦΟΡΟΥ ΣΕ €
6 25 404,80
6 26-38 471,50
6 39-52 607,20
6 53+ 673,90
6-13 25 556,60
6-13 26-38 1.113,20
6-13 39-52 1.889,45
6-13 53+ 2.193,05
13-20 25 370,30
13-20 26-38 741,75
13-20 39-52 1.416,80
13-20 53+ 1.687,05
20+ 25 235,75
20+ 26-38 506,00
20+ 39-52 708,40
20+ 53+ 944,15
 


δ) Για λεωφορείο δημόσιας χρήσης, που είναι ενταγμένο σε Κ.Τ.Ε.Λ. ή ανήκει σε επιχείρηση με οποιαδήποτε νομική μορφή ή κοινοπραξία ή κοινωνία, το οποίο εκτελεί ή εκτελούσε μεταφορές σε αστικές ή υπεραστικές επιβατικές γραμμές, ποσό χίλια τριακόσια πενήντα ένα ευρώ και είκοσι πέντε λεπτά (1.351,25). Στην περίπτωση που από το έτος της πρώτης κυκλοφορίας του λεωφορείου στην Ελλάδα έχουν παρέλθει πάνω από δέκα έτη, ως πρώτου έτους λαμβανομένου του έτους της πρώτης κυκλοφορίας του στην Ελλάδα, το πιο πάνω ποσό μειώνεται στα εξακόσια εβδομήντα οκτώ ευρώ και πενήντα λεπτά (678,50).
Για κάθε μεταβίβαση ποσοστού συνιδιοκτησίας του οχήματος, το αντίστοιχο ποσό φόρου αυτής της παραγράφου επιμερίζεται ανάλογα.
Η Διοίκηση δέχτηκε (ΠΟΛ 1113/1998) ότι οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 2579/1998 δεν επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα ούτε άλλες διατάξεις της φορολογίας εισοδήματος (πχ. τεκμήριο δαπάνης αγοράς επιχείρησης, με εξαίρεση βέβαια τις διατάξεις για την φορολογία υπεραξίας), ούτε διατάξεις άλλων φορολογιών (κληρονομιών, δωρεών κλπ)[3].
Δεν επιβάλλονται τα ποσά φόρου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 10 του Ν.2579/1998 σε περίπτωση ανταλλαγής ποσοστών συνιδιοκτησίας που πραγματοποιείται μεταξύ τους.
Προκειμένου για μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται σε δικαιούχους που υπάγονται στην Α’ και Β’ κατηγορία του άρθρου 29 του Ν. 2961/2001 (ΦΕΚ 266 Α’), τα ποσά φόρου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 10 του Ν. 2579/1998 μειώνονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) και είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) αντίστοιχα». ( παρ. 2 άρθρο 32, του Ν. 3229/2004 ΦΕΚ Α 38 10.2.2004)
Δηλαδή, θεσπίσθηκε απαλλαγή από την καταβολή του εφάπαξ πάγιου ποσού φόρου που προβλέπεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις για το όχημα αλλά και για την άδεια κυκλοφορίας αυτού, στην περίπτωση ανταλλαγής ποσοστών συνιδιοκτησίας που πραγματοποιείται μεταξύ των εκμεταλλευτών οχημάτων δημόσιας χρήσης (ΤΑΧΙ, λεωφορείων κλπ.). Για παράδειγμα έστω ότι ο Α και ο Β είναι συνιδιοκτήτες κατά 50% σε δύο διαφορετικά λεωφορεία τουριστικά τα Χ και Ψ. Εάν ο Α ανταλλάξει το ποσοστό συμμετοχής (50%) του λεωφορείου Χ με το ποσοστό του Β (50%) στο λεωφορείο Ψ, η πράξη αυτή απαλλάσσεται της εφάπαξ καταβολής του πάγιου ποσού φόρου.
Σε άλλη περίπτωση έστω ότι ο Α έχει το 100% ενός ταξί Χ και ο Β το 100% ενός ταξί (Ψ), ο Β ανταλλάσσει το 50% του Ψ Ταξί με το 50% του Χ ταξί του Α, η πράξη αυτή απαλλάσσεται της εφάπαξ καταβολής του πάγιου ποσού φόρου για το όχημα και την άδεια του.
Επίσης, καθιερώθηκε μείωση των ποσών φόρου που επιβάλλονται για την άδεια και το όχημα αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης (ΤΑΧΙ, λεωφορεία) κατά τη μεταβίβασή τους σε συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού, όπως οι κατηγορίες αυτής της συγγένειας προσδιορίζονται στο άρθρο 29 του Ν. 2961/2001 . Οι κατηγορίες αυτές είναι οι ακόλουθες:

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Α΄
α) Ο, η σύζυγος του μεταβιβάζοντα, β) ο σχετιζόμενος με σύμφωνο συμβίωσης με τον μεταβιβάζοντα γ) οι κατιόντες πρώτου βαθμού (τέκνα από νόμιμο γάμο, τέκνα χωρίς γάμο έναντι της μητέρας, αναγνωρισθέντα εκούσια ή δικαστικά έναντι του πατέρα, νομιμοποιηθέντα με επιγενόμενο γάμο ή δικαστικά έναντι και των δύο γονέων), δ) οι κατιόντες εξ’ αίματος δεύτερου βαθμού (εγγονοί) ε) οι ανιόντες εξ αίματος πρώτου βαθμού (γονείς).

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Β΄
Α) Οι κατιόντες εξ’ αίματος τρίτου και επόμενων βαθμών, β) οι ανιόντες εξ’ αίματος δεύτερου (παππούς, γιαγιά) και επόμενων βαθμών, γ) τα εκούσια ή δικαστικά αναγνωρισθέντα τέκνα έναντι των ανιόντων του πατέρα που τα αναγνώρισε, δ) οι κατιόντες του αναγνωρισθέντος έναντι του αναγνωρίσαντος και των ανιόντων αυτού, ε) οι αδελφοί (αμφιθαλείς ή ετεροθαλείς), στ) οι συγγενείς εξ αίματος τρίτου βαθμού εκ πλαγίου (ανεψιοί), ζ) οι πατριοί και οι μητριές, η) τα τέκνα από προηγούμενο γάμο του συζύγου, θ) τα τέκνα εξ αγχιστείας (γαμπροί - νύφες) και ι) οι ανιόντες εξ αγχιστείας (πεθερός - πεθερά).
Τα ποσοστά μείωσης του φόρου αυτού είναι πενήντα τοις εκατό (50%) για τους συγγενείς της πρώτης κατηγορίας και εικοσιπέντε τοις εκατό (25%) για τους συγγενείς της δεύτερης κατηγορίας.

§3. Τα ποσά των φόρων των προηγούμενων παραγράφων βαρύνουν τον πωλητή και καταβάλλονται από αυτόν με την υποβολή σχετικής δήλωσης στη δημόσια οικονομική υπηρεσία που είναι αρμόδια για τη φορολογία του εισοδήματός του.
Η δήλωση αυτή υπογράφεται από όλους τους συμβαλλόμενους και υποβάλλεται σε τέσσερα (4) αντίτυπα από τα οποία τα δύο επιστρέφονται θεωρημένα στον αγοραστή και το ένα στον πωλητή…

Όταν μεταβιβάζεται η άδεια του αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης, υποβάλλεται μια μόνο δήλωση για την καταβολή του φόρου τόσο για τη μεταβιβαζόμενη άδεια, όσο και για το μεταβιβαζόμενο όχημα ως εμπόρευμα, ενώ εάν μεταβιβάζεται μόνο το αυτοκίνητο όχημα, στο έντυπο της δήλωσης γράφεται ότι μεταβιβάζεται μόνο το αυτοκίνητο όχημα και όχι και η άδεια και καταβάλλεται ο φόρος μόνο για το αυτοκίνητο όχημα (πάγιο στοιχείο).

§4. Απαγορεύεται η σύνταξη συμβολαιογραφικών εγγράφων [4] , καθώς και η καταχώριση σε δημόσια βιβλία ή έγγραφα συμβολαιογραφικού ή ιδιωτικού συμφωνητικού, για δικαιοπραξία των παραγράφων 1 και 2 αυτού του άρθρου, καθώς και η έκδοση οποιουδήποτε δημοσίου εγγράφου που να βεβαιώνει οτιδήποτε που να προκύπτει από αυτή τη δικαιοπραξία, χωρίς την υποβολή θεωρημένου από την αρμόδια οικονομική υπηρεσία αντιτύπου της δήλωσης αυτού του άρθρου. Τα πρόσωπα που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από αυτό το άρθρο υπόκεινται και στο πρόστιμο της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν.2523/1997

Σύμφωνα με το άρθρο 3 § 5 του ν. 2963/2001 μαζί με την άδεια κυκλοφορίας ΔΧ των λεωφορείων αστικών και υπεραστικών, τα οποία είναι ενταγμένα σε ΚΤΕΛ, μεταβιβάζονται και οι μετοχές της ΚΤΕΛ ΑΕ, τις οποίες κατέχει ο πωλητής χωρίς καταβολή φόρου μεταβίβασης μετοχών (ΠΟΛ. 1128/2015).

Τέλος, επισημαίνεται ότι μετά την λήξη του μεταβατικού καθεστώτος του άρθρου 10 του ν. 2579/1998, από την 1.1.2020 για το υπερτίμημα των μεταβιβάσεων των αυτοκινήτων ΔΧ θα έχουν εφαρμογή σε περιπτώσεις που οι φορολογούμενοι τηρούν απλογραφικά βιβλία οι διατάξεις του άρθρου 5 του ν.δ. 1146/1972 και προαιρετικά οι διατάξεις του ΚΦΕ ν. 4172/2013 και συγκεκριμένα οι διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 1 για την πώληση του αποχαρακτηρισμένου αυτοκινήτου ως εμπορεύματος και οι διατάξεις του άρθρου 42 § 1 για την μεταβίβαση της άδειας κυκλοφορίας ενώ στις περιπτώσεις που οι φορολογούμενοι τηρούν διπλογραφικά βιβλία θα έχουν υποχρεωτική εφαρμογή οι διατάξεις του ν. 4172/2013. (ΠΟΛ. 1103/2018).



[1] Κατ' άρθρο 33 του Ν 1759/1998 (ΦΕΚ Α΄ 50) «θεσπίζεται υπέρ ΤΣΑ ποσοστιαία εισφορά 3% στη μεταβιβαζόμενη συνολική αξία κάθε αυτοκινήτου Δημόσιας Χρήσης ή ποσοστού αυτού καταβαλλόμενη κατά ίσα μέρη από τους συμβαλλόμενους».


[2] Η μεταβίβαση της άδειας μεταφορικού μέσου δημόσιας χρήσης, με ή χωρίς τη μεταβίβαση και του ίδιου του μεταφορικού μέσου, εφ’ όσον η μεταβίβαση γίνεται από επαχθή αιτία, δηλαδή με αντάλλαγμα και ο αποκτών δια αυτής δύναται να ενεργήσει δημόσια μεταφορά προσώπων, δεν υπόκειται σε ΦΠΑ αλλά υποχρεωτικά υπάγεται σε τέλος χαρτοσήμου. Συγκεκριμένα, τα αναλογικά κλιμακωτά πάγια τέλη χαρτοσήμου: (Άρθρο 4 παρ. 4 ΝΔ 1146/1972) καθορίσθηκαν ως ακολούθως:
[...] β) Αυτοκίνητα επιβατηγά δημοσίας χρήσεως, μετά ή άνευ μετρητού, εις δύο και έντεκα (2,11) ευρώ ανά φορολογήσιμον ίππον...
στ) Λεωφορεία, πάσης κατηγορίας και χρήσεως, εις τέσσερα και σαράντα (4,40) ευρώ ανά θέσιν καθημένου επιβάτου και εις ογδόντα οκτώ λεπτά (0,88) ανά θέσιν ορθίου επιβάτου.
Επί πλέον καθορίσθηκε αναλογικό τέλος χαρτοσήμου (άρθρο 4 παρ. 5) προκειμένου περί μεταβιβάσεως αυτοκινήτου οχήματος δημοσίας χρήσεως, πάσης κατηγορίας, ...εις ποσοστόν ενός και πεντήκοντα εκατοστών επί τοις εκατόν (1,50%) επί της αξίας της αδείας κυκλοφορίας τούτου (υπεραξία), κατά τον χρόνον της μεταβιβάσεως. Τα τέλη αυτά προσαυξάνονται και με εισφορά ΟΓΑ 20% (ΠΟΛ. 28/3.2.1987 και ΠΟΛ. 1103/1990, ΠΟΛ.1195/1993).
Σύμφωνα όμως με το άρθρο 27 του ν. 2873/2000 « 1. Τα τέλη χαρτοσήμου, η επ΄ αυτών εισφορά υπέρ Ο.Γ.Α., ο πόρος υπέρ του Ταμείου Νομικών και η εισφορά υπέρ Τ.Σ.Α. που επιβάλλονται κατά περίπτωση για τη μεταβίβαση, από επαχθή αιτία, της κυριότητας αυτοκινήτου οχήματος και μοτοσικλέτας, με αίρεση ή χωρίς αίρεση ενοποιούνται σε ενιαίο κατά περίπτωση τέλος, με την ονομασία «τέλος μεταβίβασης αυτοκινήτου οχήματος», το οποίο εισπράττεται υπέρ του Δημοσίου και ανέρχεται ως εξής: δ) Επιβατικά Δ.Χ. αυτοκίνητα (με ή χωρίς μετρητή) μαζί με την άδεια κυκλοφορίας 190 €…
στ) Λεωφορεία Δ.Χ. αυτοκίνητα μαζί με την άδεια κυκλοφορίας:

Κατηγορία Θέσεις καθημένων Τέλος μεταβίβασης
Α έως 50 350 €
Β 51 και άνω 530 €
 




[3] Η πώληση αποχαρακτηρισμένου αυτοκινήτου ΔΧ ως εμπορεύματος υπόκειται σε ΦΠΑ. Η αγορά νέου οχήματος σε αντικατάσταση παλαιού από τον κάτοχο αδείας αυτοκινήτου ΔΧ δεν αποτελεί τεκμήριο αγοράς και υπόκειται σε ΦΠΑ και όταν αποκτάται από χώρα της Ε.Ε.



[4] Συντάσσεται συμβολαιογραφικό έγγραφο για την μεταβίβαση τουριστικού λεωφορείου με «παλαιά» άδεια όπως ορίζεται στο άρθρο 6 του ν. 711/1977. Για την μεταβίβαση, ταυτόχρονα, εξ’ ολοκλήρου αδείας και οχήματος ΔΧ λεωφορείου ενταγμένου σε ΚΤΕΛ δεν συντάσσεται υποχρεωτικά συμβολαιογραφικό έγγραφο αλλά αρκεί η εγγραφή στο βιβλίο μεταβολών του αυτοκινήτου και εκδίδεται τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών για την αξία της άδειας και τιμολόγιο πώλησης για την αξία του οχήματος. Για την μεταβίβαση ποσοστού επί της αδείας συντάσσεται προαιρετικά συμβολαιογραφικό έγγραφο το οποίο επέχει και θέση φορολογικού στοιχείου.
Για την πώληση άδειας ΤΑΧΙ αρκεί η εγγραφή στο βιβλίο μεταβολών του αυτοκινήτου και η έκδοση τιμολογίου παροχής υπηρεσιών.

ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

Συγγραφέας : Λάζαρος Σκουληκαρίτης  

Επιβλέπον Καθηγητής : Ευάγγελος Χύτης 

«Η οικονομική αποδοτικότητα των υπεραστικών Κ.Τ.Ε.Λ. Ανωνύμων Εταιρειών και οι ιδιαιτερότητες του θεσμικού και φορολογικού πλαισίου τους.»

Επίδομα οδηγού λεωφορείων ΚΤΕΛ ΑΕ άνευ εισπράκτορα

 

Το επίδομα οδηγών λεωφορείων άνευ εισπράκτορα καθιερώθηκε με την απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών 57/1981 (απόφ. υπ. Εργασίας 15333/1981) «περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού κινήσεως - διαχειρίσεως κλπ. των αστικών και υπεραστικών ΚΤΕΛ απάσης της Χώρας» (ΦΕΚ Β΄ 372/29.6.1981).

«Κεφάλαιο Β’ Επιδόματα

6. Εις τους οδηγούς οι οποίοι οδηγούν λεωφορεία άνευ εισπράκτορος χορηγείται επίδομα εκ δραχμών 100 ανά ημέρα απασχολήσεως εις λεωφορείον άνευ εισπράκτορος».

Διαμορφώθηκε δε σε 5,90 € ανά ημέρα οδήγησης χωρίς εισπράκτορα με τη ΔΑ 8/2009 από 1/5/2009.

Παράλληλα με το επίδομα που καθιερώθηκε με τη ΔΔΑ 57/1981, θεσπίστηκε για πρώτη φορά με την παρ.10 του άρθρου 7 του ΠΔ 257/1989 (ΦΕΚ Α’ 123/16.5.1989) διάταξη σχετικά με τα καθήκοντα του οδηγού ως εξής:

θ) ο οδηγός υπεραστικού λεωφορείου το οποίο δρομολογείται χωρίς εισπράκτορα εκτελεί καθ’ οδόν χρέη εισπράκτορα . Στην περίπτωση αυτή εκδίδεται αιτιολογημένα απόφαση του οικείου Νομάρχη, μετά από εισήγηση του ΔΣ του οικείου ΚΤΕΛ, στην οποία προβλέπεται και η ανάλογη αποζημίωση για την πρόσθετη εργασία. Επίσης είναι υποχρεωμένος όταν δεν υπάρχει εισπράκτορας να πληρώνει διόδια και οχηματαγωγό πλοίο με χρήματα του ΚΤΕΛ.

Με το εδάφιο θ΄της παρ. 5 του άρθρου 7 του ΠΔ 133/1991 (ΦΕΚ Α΄53/16.4.1991) η ως άνω διάταξη διαμορφώθηκε ως εξής:

«θ) ο οδηγός λεωφορείου το οποίο δρομολογείται χωρίς εισπράκτορα εκτελεί και χρέη εισπράκτορος, με την ανάλογο αποζημίωση που καθορίζεται με απόφαση του ΔΣ του ΚΤΕΛ για την πρόσθετη εργασία εκδίδοντας προς τούτο εισιτήρια».

Βάσει της διάταξης αυτής χορηγήθηκε από τα ΚΤΕΛ ποσοστό επί των εισπράξεων και κατόπιν αυτού για τα καθήκοντα εισπράκτορα στους οδηγούς συνέρρεαν δύο αμοιβές.

Ακολούθως με το άρθρο 7Β της περίπτωσης «Β. ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΙΝΗΣΗΣ» του ΠΔ 229/1994 (ΦΕΚ Α΄134/30.8.1994), η ως άνω διάταξη διαμορφώθηκε εκ νέου ως εξής:

«2θ) ο οδηγός υπεραστικού λεωφορείου το οποίο δρομολογείται χωρίς εισπράκτορα εκτελεί καθ’ οδόν και χρέη εισπράκτορα. Στην περίπτωση αυτή εκδίδεται αιτιολογημένη απόφαση του οικείου Νομάρχη μετά από εισήγηση του ΔΣ του οικείου ΚΤΕΛ , στην οποία προβλέπεται και η ανάλογη αποζημίωση για την πρόσθετη εργασία. Επίσης είναι υποχρεωμένος όταν δεν υπάρχει εισπράκτορας να πληρώνει διόδια και οχηματαγωγό πλοίο με χρήματα του ΚΤΕΛ» .

Τα ΚΤΕΛ εξακολούθησαν και με τη νέα διαμόρφωση να χορηγούν το ποσοστό επί των εισπράξεων άνευ εισπράκτορα.

Με το ΠΔ 246/2006 (ΦΕΚ Α΄261/29.11.2006) στη συγκεκριμένη διάταξη σημειώθηκε σοβαρή μεταβολή.

Συγκεκριμένα με το εδάφιο ι) της παρ. 4 του άρθρου 10 «ειδικά καθήκοντα και υποχρεώσεις προσωπικού» της περίπτωσης «Β. ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΙΝΗΣΗΣ» ο οδηγός υπεραστικού λεωφορείου, το οποίο δρομολογείται χωρίς εισπράκτορα, εκτελεί, καθ’ οδόν και χρέη εισπράκτορα. Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται αποζημίωση όπως καθορίζεται κάθε φορά στις ΣΣΕ. Επίσης είναι υποχρεωμένος, όταν δεν υπάρχει εισπράκτορας, να πληρώνει διόδια και ναύλο με δαπάνες του ΚΤΕΛ.

Δηλαδή από 1/1/2007 ο νομοθέτης καθιέρωσε μία αμοιβή για τον οδηγό όταν εκτελεί χρέη εισπράκτορα, την αμοιβή που προβλέπει η ΣΣΕ, ανά ημέρα οδήγησης λεωφορείου άνευ εισπράκτορα, η οποία διαμορφώθηκε σε 5,90 € ανά ημέρα οδήγησης χωρίς εισπράκτορα από 1/5/2009.

Ως εκ τούτου το ποσοστό άνευ εισπράκτορα επί των καθ’ οδόν εισπράξεων από 1/1/2007 αποτελεί οικειοθελή παροχή εκ μέρους του εργοδότη ΚΤΕΛ ΑΕ.

Περαιτέρω με την ΠΥΣ 6/2012 πέραν του μισθού καταβάλλονται τα επιδόματα τέκνων, ωρίμανσης (πολυετιών), σπουδών, ανθυγιεινής εργασίας . Δηλαδή το επίδομα άνευ εισπράκτορα της ΣΣΕ καταργήθηκε.

Από τις διατάξεις του ΠΔ 246/2006 σχετικά με τα καθήκοντα του οδηγού και του εισπράκτορα σε συνδυασμό προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής συνάγεται ότι, αν και τόσον οι οδηγοί, όσο και οι εισπράκτορες στην αυτή υπό στοιχείο Β κατηγορία του προσωπικού κίνησης των ΚΤΕΛ , το αντικείμενο απασχόλησης αυτών είναι ουσιωδώς διαφορετικό. Του μεν οδηγού συνισταμένου στην ασφαλή και κανονική οδήγηση του λεωφορείου, του δε εισπράκτορα συνισταμένου στη χορήγηση των εισιτηρίων σε επιβάτες και στην είσπραξη του αντιτίμου αυτών, όταν αυτοί δεν είναι εφοδιασμένοι με εισιτήρια και την εν συνεχεία απόδοση των εισπράξεων στο ΚΤΕΛ.

Επομένως η κατά την διάρκεια του νομίμου ωραρίου πρόσθετη απασχόληση καθ’ οδόν του οδηγού υπεραστικού λεωφορείου με καθήκοντα εισπράκτορα, που παρέχονται από αυτόν κατά τρόπο διαρκή εξαιτίας του ότι το λεωφορείο δρομολογείται χωρίς εισπράκτορα, συνιστά πρόσθετη εργασία αυτού για την οποία ο τελευταίος δικαιούται ανάλογης πρόσθετης αμοιβής (ΑΠ 1002/2017).

Ο Άρειος Πάγος (ΑΠ 1002/2017) θεωρεί ως πλέον κατάλληλο μέτρο υπολογισμού της αμοιβής για την πρόσθετη εργασία των οδηγών το ποσό των 5,90 € ανά ημέρα οδήγησης χωρίς εισπράκτορα.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΦΙΛΗΣ

Η ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΤΩΝ ΟΔΗΓΩΝ ΣΤΑ ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΚΤΕΛ ΑΕ

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ 

Τέθηκε το ερώτημα εαν είναι νόμιμη η απασχόληση των οδηγών λεωφορείων ενταγμένων σε ΚΤΕΛ ΑΕ, ως οδηγών σε λεωφορεία ιδιοκτησίας των εταιριών αυτών.

Η ορθή απάντηση επί του ερωτήματος αυτού έχει ως ακολούθως:


Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (γνωμοδότηση 191/2006), όσο και το ΣτΕ (ΣτΕ 4016/2001, 4127, 4391/1983) έκαναν δεκτό ότι στην περίπτωση των ΚΤΕΛ Α.Ε. της υποπερίπτωσης (ι) του εδ. β της παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 2963/2001, μεταξύ των ΚΤΕΛ, των ιδιοκτητών των ενταγμένων λεωφορείων και των οδηγών αυτών, δημιουργείται μία ιδιόρρυθμη κατάσταση που διαφέρει από την απλή μορφή της σύμβασης εργασίας με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος υποχρεούται να παρέχει την εργασία του στον άλλο, αυτός δε να καταβάλλει την συμφωνηθείσα αμοιβή. Δημιουργείται μία τριπρόσωπη ενοχική σχέση.

Εργοδότης του οδηγού του ενταγμένου στην ΚΤΕΛ ΑΕ λεωφορείου είναι ο ιδιοκτήτης του, ο οποίος προσλαμβάνει το μισθωτό οδηγό, όμως η ΚΤΕΛ ΑΕ τον απασχολεί και ασκεί το διευθυντικό δικαίωμα ιδίω ονόματι και λογαριασμό αυτής χρησιμοποιώντας την εργασία του μισθωτού σε όφελος της εταιρίας. Το λεωφορείο ανήκει στον ιδιοκτήτη του, το εκμεταλλεύεται όμως η ΚΤΕΛ ΑΕ και όχι ο ιδιοκτήτης του που είναι μόνο «εκμισθωτής».

Έτσι λοιπόν ο μεν ιδιοκτήτης του ενταγμένου λεωφορείου ως συμβαλλόμενο μέρος φέρει τις κύριες από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεις και το δικαίωμα καταγγελίας, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τη γένεση και μερικής σχέσης εργασίας μεταξύ του μισθωτού οδηγού και της ΚΤΕΛ ΑΕ. Η σχέση αυτή δημιουργείται με την κατάτμηση της αρχικής σχέσης εργασίας. Ειδικότερα επέρχεται κατάτμηση της ιδιότητας του εργοδότη με αποτέλεσμα να έχουμε δύο μερικούς εργοδότες, τον αρχικό και τον μεταγενέστερο, καθένας από τους οποίους φέρει ορισμένες μόνο υποχρεώσεις και γι’ αυτό ονομάζεται μερικός εργοδότης. Πρόκειται για περίπτωση αναγκαστικού δανεισμού μισθωτού, όπου ο μεν ιδιοκτήτης του λεωφορείου είναι ο κύριος εργοδότης, ως προσλαμβάνων και αμείβων τον οδηγό, το δε ΚΤΕΛ είναι ο περαιτέρω εργοδότης ως χρησιμοποιών αυτόν υπό τις διαταγές του.

Με τη διάθεση των υπηρεσιών του οδηγού στο ΚΤΕΛ δεν διακόπτεται η εργασιακή σχέση που υπάρχει με τον εργοδότη του-ιδιοκτήτη του ενταγμένου λεωφορείου, γιατί δεν επέρχεται αλλοίωσή της και δεν καθίσταται εργοδότης ο δανειζόμενος. Συνεπώς ο χρόνος του δανεισμού προσμετράται στην υπηρεσία του δανείζοντος εργοδότη στον οποίο αρχικά είχε προσληφθεί ο μισθωτός για κάθε συνέπεια π.χ. κανονική άδεια, αποζημίωση απόλυσης κ.τ.λ., αφού αυτός παραμένει οφειλέτης για το συμβατικό ή νόμιμο μισθό του οδηγού και την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών του μισθού του (βλ ΑΠ 575/2011, 1116/2011, 800/2014).

Συνακόλουθα, οι οδηγοί με σχέση εξαρτημένης εργασίας που οδηγούν λεωφορεία ενταγμένα σε ΚΤΕΛ ΑΕ, καθώς και οι οδηγοί που οδηγούν αυτοπρόσωπα ιδιόκτητα λεωφορεία ενταγμένα σε ΚΤΕΛ ΑΕ, υποχρεούνται, εάν τους ζητηθεί, να εργαστούν ως οδηγοί σε λεωφορεία ιδιοκτησίας του ίδιου του ΚΤΕΛ, εφόσον δεν τελούν σε άδεια ή ανάπαυση και εφόσον δεν εργάστηκαν την ίδια ημέρα στον αρχικό εργοδότη τους ή στο ιδιόκτητο λεωφορείο τους επί οκτάωρο και μέχρι τη συμπλήρωση της νόμιμης ημερήσιας απασχόλησης.

Σε αυτή την περίπτωση ο μισθός τους για την απασχόληση στα λεωφορεία ιδιοκτησίας του ΚΤΕΛ και οι εργοδοτικές εισφορές ΙΚΑ, καταβάλλονται από τον αρχικό εργοδότη τους-ιδιοκτήτη του λεωφορείου, ενώ η αμοιβή τους για πρόσθετη απασχόληση (υπερωρίες, διανυκτερεύσεις κλπ) και οι αντίστοιχες σ’ αυτές ασφαλιστικές εισφορές καταβάλλονται από το ΚΤΕΛ, σύμφωνα με τις διατάξεις της Υ.Α. οικ. 60195/5172/2013 του υφυπουργού Μεταφορών (Βασικοί όροι ανάληψης υπηρεσίας λεωφορείων στις ΚΤΕΛ Α.Ε).

Ειδικά, για τους ιδιοκτήτες – συνιδιοκτήτες οδηγούς λεωφορείων, το ΙΚΑ με το έγγραφό του 475/32/7-10-2003 έκανε δεκτό, ότι αυτοί υπάγονται στην ασφάλιση του Ο.Α.Ε.Ε. είτε όταν εργάζονται στα λεωφορεία τους είτε όταν εργάζονται σε λεωφορεία τρίτων.


ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΦΙΛΗΣ

 

ΔΗΛΩΣΕΙΣ "ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ"

  • Πόθεν έσχες - Δηλώσεις:Στις 13.4.2017 λήγει η προθεσμία υποβολής της Δήλωσης Περιουσιακής Κατάστασης και Οικονομικών Συμφερόντων(«πόθεν έσχες»), η οποία θα υποβληθεί ηλεκτρονικά και αφορά σε περιουσιακά στοιχεία του 2015.
     
  • Το καλοκαίρι του 2017 επίσης θα υποβληθεί και δεύτερη δήλωση πόθεν έσχες (μέσα σε 3 μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος 2016) που θα αφορά περιουσιακά στοιχεία που υπήρχαν κατά την 31η Δεκεμβρίου του 2016.
     
  • Πόθεν έσχες - Κυρώσεις:Αυστηρά είναι τα πρόστιμα και οι ποινικές κυρώσεις για τη μη υποβολή, εκπρόθεσμη και ανακριβή ή ελλιπή υποβολή δήλωσης «πόθεν έσχες». Συγκεκριμένα, προβλέπονται:

    20.000 έως 1.000.000 ευρώ και κάθειρξη έως 10 έτη εάν η συνολική αξία της αποκρυπτόμενης περιουσίας (τόσο του υποχρέου όσο και των λοιπών προσώπων για τα οποία υποβάλει δήλωση) υπερβαίνει τις 300.000 ευρώ.

    10.000 έως 500.000 ευρώ και φυλάκιση άνω των 2 ετών εάν διαπιστωθεί ότι με την παράλειψη υποβολής της δήλωσής του ή με την υποβολή ανακριβούς ή ελλιπούς δήλωσης ο υπόχρεος αποσκοπούσε στην απόκρυψη περιουσιακού στοιχείου που απέκτησε επωφελούμενος από την ιδιότητά του.

    έως 100.000 ευρώ και φυλάκιση εάν ο υπόχρεος δεν καταθέσει δήλωση μετά την πάροδο 30 ημερών από τη λήξη της σχετικής προθεσμίας ή έχει καταθέσει ανακριβή ή ελλιπή δήλωση.

    150 έως 400 ευρώ για την εκπρόθεσμη υποβολή.

    μόνο χρηματική ποινή επιβάλλεται σε περίπτωση που αποδειχθεί η ύπαρξη αμέλειας.
     

ΟΙ ΑΜΟΙΒΕΣ ΟΔΗΓΩΝ & ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΔΧ

Οι αμοιβές οδηγών και διαχειριστών μελών κοινωνιών λεωφορείων Δ.Χ.

του Δημητρίου Φίλη
Λογιστή-Φοροτεχνικού
Διευθυντή ΚΤΕΛ Ιωαννίνων

1. Με το άρθρο 22 του ν. 4172/2013 που ισχύει από 1.1.2014, τέθηκε ο γενικός κανόνας ότι καταρχήν εκπίπτουν όλες οι δαπάνες που πραγματοποιούνται προς το συμφέρον της επιχείρησης και εφόσον αντιστοιχούν σε πραγματική συναλλαγή και εγγράφονται στα βιβλία ενώ συγχρόνως δεν περιλαμβάνονται στον περιοριστικό κατάλογο των δαπανών του άρθρου 23.

Η εγκύκλιος ΠΟΛ. 1113/2015 προβλέπει ότι: 

"γ) Ως προς τη φορολογική μεταχείριση των αμοιβών των μελών προσωπικών εταιρειών (Ο.Ε., Ε.Ε.) και αστικών εταιρειών που δεν προέρχονται από τα κέρδη: 

i) …

ii) Οι αμοιβές φυσικού προσώπου μέλους προσωπικής ή αστικής εταιρίας το οποίο δεν ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα και λαμβάνει αμοιβές για υπηρεσίες που απορρέουν από τη συμμετοχή του στην εταιρεία δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της προσωπικής ή αστικής εταιρείας."

Η σχετική διάταξη του άρθρου 31 σε συνδυασμό με την διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ν. 2238/1994 που ίσχυσε έως 31.12.2013 είχε ως εξής:

Από τα ακαθάριστα έσοδα των ομόρρυθμων και ετερόρρυθμων εταιριών, των κοινωνιών αστικού δικαίου, που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα, των αστικών κερδοσκοπικών ή μη εταιριών, των συμμετοχικών ή αφανών καθώς και των κοινοπραξιών δεν εκπίπτουν οι μισθοί και οι κάθε είδους απολαβές των εταίρων ή μελών τους.

Υπό την νέα ρύθμιση από 1.1.2014 οι μισθοί και οι κάθε είδους απολαβές των μελών κοινωνιών, που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα.

Εξάλλου, η αμοιβή που λαμβάνει ο οδηγός συνιδιοκτήτης λεωφορείου ενταγμένου σε ΚΤΕΛ, το οποίο εκμεταλλεύεται κοινωνία αστικού δικαίου, για την οδήγηση του αυτοκινήτου δεν είναι αμοιβή που απορρέει από την συμμετοχή του στην κοινωνία και μόνο από αυτή. 

Και τούτο διότι, ο ιδιοκτήτης λεωφορείου ΔΧ πρέπει να κατέχει άδεια μεταφορέα και ορισμένη οικονομική επιφάνεια ενώ ο οδηγός συνιδιοκτήτης λεωφορείου ΔΧ επιπλέον πρέπει να διαθέτει ειδική άδεια οδήγησης, ιατρικό πιστοποιητικό καταλληλότητας, ορισμένη ηλικία και να μην έχει καταδικαστεί για συγκεκριμένα εγκλήματα. 

Συνεπώς, η αμοιβή που λαμβάνει ο συνιδιοκτήτης οδηγός υπεραστικού ή αστικού λεωφορείου «ενταγμένου» σε ΚΤΕΛ ΑΕ ή ΚΤΕΛ από την κοινωνία των συνιδιοκτητών, η οποία εκμεταλλεύεται το λεωφορείο είναι επιχειρηματική δαπάνη και εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα.

2. Η νομολογία θεωρεί ότι γεννάται θέμα εξαρτημένης σχέσης εργασίας αν μεταξύ των συνιδιοκτητών ο ένας εξ’ αυτών αναλάβει την οδήγηση του οχήματος κατόπιν ειδικής συμφωνίας μετά των λοιπών κοινωνών του δικαιώματος (συνιδιοκτητών). 

Η συμφωνία αυτή δέον να είναι σαφής, ρητή και αδιαμφισβήτητη χωρίς τούτο να συνάγεται εκ μόνο του απλού γεγονότος της οδήγησης του λεωφορείου από έναν συνιδιοκτήτη (Α.Π. 224/67, 1024/90, Εφ. Πατρών 945/87Π.ΑΘ. 5630/59).

Σε ποιόν, όμως, οργανισμό ασφαλίζεται ο συνιδιοκτήτης οδηγός; 

Το ΙΚΑ, έχει δεχθεί ότι οι οδηγοί συνιδιοκτήτες που εργάζονται ως οδηγοί είτε στα λεωφορεία τους είτε σε λεωφορεία τρίτων δεν ασφαλίζονται σε αυτό (Έγγραφο ΙΚΑ Τ/475/32/7-10-2003) αλλά καλύπτονται από την ασφάλισή τους στον Ο.Α.Ε.Ε.

Ως εκ τούτου, η αμοιβή του οδηγού συνιδιοκτήτη θεωρείται αμοιβή από μισθωτές υπηρεσίες. 

Από την αμοιβή αυτή αφαιρείται η ασφαλιστική εισφορά υπέρ ΟΑΕΕ που βαρύνει τον οδηγό συνιδιοκτήτη. 

Με τις διατάξεις της περ. δ' της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 4172/2013 ορίζεται, ότι για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε., εργασιακή σχέση υφίσταται όταν ένα φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες ως διευθυντής ή μέλος του Δ.Σ. εταιρίας ή κάθε άλλου νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας.

Επιπρόσθετα επισημαίνεται ότι, οι κοινωνίες αστικού δικαίου έχουν διαχειριστές οι οποίοι είναι οι ίδιοι μέλη της κοινωνίας και παρέχουν υπηρεσίες, όπως διαχείριση κοινών υποθέσεων και εκπροσώπηση της κοινωνίας απέναντι σε τρίτους, όπως και οι διευθυντές ή μέλη ΔΣ εταιρίας ή κάθε άλλου νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας.

Κατόπιν των ανωτέρω, γίνεται δεκτό ότι οι αμοιβές διαχειριστών κοινωνιών, για τις υπηρεσίες που παρέχουν με βάση την ιδιότητά τους αυτή προς τις κοινωνίες, εξομοιώνονται με τις αμοιβές διευθυντών ή μελών Δ.Σ. εταιρίας ή κάθε άλλου νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας. Κατά συνέπεια, αυτές χαρακτηρίζονται ως εισόδημα από μισθωτή εργασία και φορολογούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4172/2013

Από την αμοιβή αυτή αφαιρείται η ασφαλιστική εισφορά υπέρ ΟΑΕΕ, που βαρύνει τον διαχειριστή της κοινωνίας. 

3. Αντίθετα, το Υπουργείο Μεταφορών από το 1990 (έγγραφο 45584/4433/1990) έχει δεχτεί ότι ο ιδιοκτήτης λεωφορείου κατά ποσοστό 100% (ατομική επιχείρηση) δεν μπορεί να λάβει μισθό και το δικαίωμα του ως προς την αμοιβή περιορίζεται στο μέρισμα που λαμβάνει από την εκμετάλλευση του λεωφορείου που είναι ενταγμένο στο ΚΤΕΛ.

Το Υπουργείο Οικονομικών, γενικότερα, έχει δεχθεί ότι δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα οι μισθοί του επιχειρηματία. (εγκύκλιος 129/1955).

www.forin.gr

Σελίδα 1 από 2